Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1968)

 

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –167

 

 

Επανέρχομαι δριμύτερος μετά από ένα χρόνο (!!), και έχοντας ήδη συμπληρώσει 6 ολόκληρα χρόνια αρθρογραφίας, με θέμα την πανέμορφη γλώσσα μας, με τις θαυμάσιες και απίστευτες ρίζες της.

Θα κάνω ποδαρικό στο 2026, με την συνέχεια του χαρακτηριστικού παραδείγματος ακρίβειας και λεπτής εννοιολογικής διαφοράς, με το οποίο είχα ασχοληθεί μόλις στο προηγούμενο άρθρο μου. ΖΩΗ & ΒΙΟΣ.

 

Ζωή, όπως είδαμε, είναι η ιδιότητα του ζωντανού οργανισμού, εκ του ρ. ζέω (=είμαι ζεστός, θερμός, βράζω). Το ζείω-ζέω είναι ηχοποίητο, εκ του ζζζ... του βρασμού + κατάλ. -εω ή εκ του σείω, με σ>ζ, υπό την έννοια πως όταν κάτι φτάνει σε σημείο βρασμού σείεται, κουνιέται, ταράζεται. Η θερμότητα χαρακτηρίζει τον ζώντα άνθρωπο (ζῆν: ἕως πάρεστιν τὸ θερμὸν καὶ ἡ ζέσις τοῦ αἵματος), η δε ψυχρότητα, το «πάγωμα», τον νεκρό, τον αποθανόντα.

 

Βίος είναι η διάρκεια της ζωής τού ανθρώπου. Θα θυμάστε φαντάζομαι, όταν θέλουμε να δηλώσουμε την παράλληλη πορεία δύο ανθρώπων, πως λέμε «βίοι παράλληλοι». Δεν λέμε «ζωές παράλληλες». Ο βίος ετυμολογείται εκ τού (F)ίς (=δύναμη, βία). Ο βίος δε ορίζεται ως  «παρὰ τὸ μετὰ βίας καὶ ἀνάγκης ζῆν». Χρειάζεται πολλή δύναμη για «να τα βγάλεις πέρα», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Άρα, βίος είναι ο τρόπος,  η κατάσταση, η ποιότητα του ζην, «οὐχὶ ἡ ἁπλῆ τῶν ζώων ὕπαρξις».

 

Ο μέγας Όμηρος τα διαχωρίζει με μια του φράση: «ζῴεις ἀγαθὸν βίον» (Οδ. Ο, 491).

 

Εν κατακλείδι, «Ἀναπνέομεν γὰρ ἕως πάρεστιν ἐν ἡμῖν τὸ θερμὸν καὶ ἡ ζέσις τοῦ αἵματος», δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση, είμαστε ζωντανοί όταν υπάρχει μέσα μας το θερμό και η ζέσις του αίματος, ή λαϊκώς «όταν βράζει το αίμα μας».

Ο ζων αποκαλείται και έναιμος.

 

Γι’ αυτό ακριβώς και το αίμα έχει σχέση με την θερμότητα. «Αἷμα ἐστὶ θερμὸν καὶ ὑγρὸν ἐν ταῖς ἀρτηρίαις» (Γαληνός). Ετυμολογείται εκ του ρ. αίθω (=καίω, ανάβω, θερμαίνω). Εκ του παθητ. παρακ. ήσμαι >αίσμα >αίμα. Αίθων σημαίνει ζωηρός, ζωντανός. Εκ του αίσμα προέρχεται το λατιν. sanguis. Ο Isidorus στο έργο του, Etymologica (ΙΥ), γράφει: «sanguis, ex Graeca etymologia nomen duxit quod vegetetur...» δηλ., το sanguis προέρχεται εξ ελληνικής ετυμολογίας, διότι ζωοπυρεί. Εκ της λατινικής λέξης οι Γάλλοι είπαν το αίμα sang, οι Ιταλοί sangue, οι Ισπανοί sangre. Σήμερα χρησιμοποιούμε τα αντιδάνεια «πορτοκάλια

σανγκουίνια» και το ισπανικό «κρασί σανγκρία». Το αίμα στην αγγλική είναι blood και στην γερμανική Blut, και τα δύο εκ του φλύω, φλέψ.

 

«Αἷμα, τὸ θερμότατον τὸ ἐν τῷ σώματι» (Ωρίων), «πᾶν δ’ ὑπερθερμάνθη ξίφος αἵματι», γράφει ο Όμηρος. Γι’ αυτό το αίμα ονομάζεται και φλεγμός.

 

Πολύ συχνά το «αίμα» χαρακτηρίζει και το σπέρμα, τον γόνο, την γενιά. «Ταύτης γενεᾶς καὶ αἵματος εὔχομαι (=καυχώμαι) εἶναι», γράφει χαρακτηριστικά ο Όμηρος. Και ο Ευστάθιος (Σχόλια εις Ιλιάδα, 2.294)  σχολιάζει: «Τὸ αἷμα ἀντὶ σπέρματος φασὶν οἱ σοφοί, ὡς τοῦ σπέρματος ὕλην, τὸ αἷμα ἔχοντος», δηλ. το αίμα περιέχει την ύλη του σπέρματος, ή το DNA!!.

 

Κατά τον Ησύχιο, οι Σαλαμίνιοι το αίμα το λένε εἶαρ και ἦαρ. Οι δε Κύπριοι το λένε ἒαρ. Υπάρχει και η λέξη εἰαροπότης, με την έννοια του αιμοπότη, του ψυχοπότη. Παράβαλε το σημερινό «μου ήπιε το αίμα».

Ως προς το έαρ, το Λεξικό Σουίδα επεξηγεί: «ἔαρ λέγεται καὶ τὸ αἷμα, διὰ τὸ ἐν τῷ ἔαρι πλεονάζειν». Επειδή κατά την άνοιξη αυξάνεται η θερμοκρασία, αυξάνεται και πλεονάζει το αίμα, ως χυμός θερμός.

 

Βρότος είναι το πηγμένο αίμα του βροτού, του θνητού ανθρώπου, το ρεύσαν εκ πληγής: «βρότος, οὐ πᾶν αἷμα, ἀλλὰ ἀπὸ βροτοῦ πεφονευμένου».

 

Ο λύθρος είναι ακάθαρτο αίμα, αναμεμιγμένο με ιδρώτα και σκόνη: «ὅπλα λύθρῳ λειβόμενα». Ετυμολογείται εκ του ρ. λούω, επειδή «ἐκ τοῦ μολυσμοῦ, χρὴ ἀπολούεσθαι» (Ευστάθιος).

 

Κυβάβδα είναι το αίμα, στην κυπριακή διάλεκτο, σύμφωνα με τον Ησύχιο, αμφιβόλου ετυμολογίας.

 

Ο ιχώρ είναι το αίμα που ρέει στις φλέβες τών θεών. «ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν» (Ιλ. Ε, 340). Ετυμολογείται εκ του ικμάς (=υγρασία, θαλερότητα). Όμως κατά τον Αριστοτέλη «ἰχὼρ ἐστι καὶ τὸ ὑδατῶδες τοῦ αἵματος, διὰ τὸ μήπω πεπέφθαι ἢ διεφθάρθαι».

 

Τέλος, πύον είναι το σεσηπός αίμα, το σαπισμένο αίμα, εκ του πύθω (=σήπω). Ο Ιπποκράτης, στο έργο του «Περί ελκών» (Ι .VI. 400), γράφει: «διαπυεὶ δὲ ἀλλοιουμένου τοῦ αἵματος .. ὡς σαπέν, πύον γένηται».

 

Βρείτε μου, λοιπόν, μια άλλη γλώσσα (ας είναι και η …ινδοευρωπαϊκή), που να έχει τέτοιο λεκτικό πλούτο και τόση ακρίβεια στις φαινομενικώς ίδιες αλλά τόσο ξεχωριστές έννοιες, και τα ξαναλέμε.

 

Το 2026 θα είναι η χρονιά τού απροκάλυπτου και προκλητικότατου φασισμού. Ούτε ζωή ούτε βίο θα έχουμε με όλους αυτούς που μπλέξαμε, και σε παγκόσμιο και σε τοπικό επίπεδο. Ήδη βλέπουμε το έργο να εξελίσσεται μπροστά μας, ως φάρσα.

Γρηγορείτε..!

 

Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com. 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια