Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1977)
Λέξεις της επικαιρότητος – 110
Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*
«…κἂν λαχόντες ἀρχίδιον εἶθ᾽ ἁρπάσαι βούλησθέ τι», [Μόλις κάποιος πάρει έστω και μια μικρή εξουσία, αμέσως μετά αυτό που επιδιώκει είναι να αρπάξει, να βουτήξει κάτι].
Μέγιστε Αριστοφάνη (Όρνιθες, 1111), πόσο μπροστά ήσουνα από την εποχή σου!
Το ἀρχίδιον αποτελεί υποκοριστικό τής λέξης ἀρχή (=εξουσία) + κατάληξη -ίδιον (μικρούλι). Βεβαίως, όπως είχε αναλυθεί στο φύλλο Λ.Ε.77, το αρχίδιον ή αρχίδι στην καθομιλουμένη είναι υποκοριστικό της λέξης, όρχις (ορχίδιον, αρχίδι, με ο>α), ένα εξόχως συμπαθέστατο και χρήσιμο, κρεμάμενο …όργανο, προερχόμενο ετυμολογικώς εκ δύο ρημάτων, του αείρω (ρίζα ερ>ορ, όπως α-ορ-τή) και του άγω (εκ της ρίζας τού παρατατικού ά-γε-σκον, με γ>χ).
Και τότε είχε επισημανθεί πως το να αποκαλείς κάποιον επιτιμητικώς, αρχίδι, μάλλον αξία του δίνεις, παρά τον μειώνεις.
Έλα όμως που μας αρέσει να χρησιμοποιούμε την λέξη με την αρχαιοελληνική της έννοια, γι’ αυτόν που, μόλις πάρει έστω και μια μικρή εξουσία, επιδιώκει να αρπάξει, να φάει με δέκα μασέλες.
Λόγω επικαιρότητας, αναφέρομαι στον πορτοκαλί υπερπόντιο όρχι, τον ποικιλοτρόπως από τους ομοϊδεάτες του εκβιαζόμενο «γκόμενο», που παριστάνει τον μεγάλο, τον αποφασιστικό ηγέτη και απειλεί να σύρει την ανθρωπότητα σε μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση, μόνο και μόνο φοβούμενος μη βγουν στον αέρα τα βιντεοσκοπημένα «κατορθώματά» του με ανήλικα, μηδέ -ίσως- και της κόρης του εξαιρουμένης, συνήθεια που φέρουν αρχαιόθεν οι ομόφυλοί του και που εκτενώς περιγράφονται σε κάτι «θεόπνευστα» Βιβλία. Ένας αδίστακτος και παντελώς ανίκανος όρχις-φελλός, σαν αυτούς που κυβερνούν τον πλανήτη, μηδέ και της χώρας μας εξαιρουμένης.
Μην τον πολυερεθίζετε, λοιπόν, γιατί είναι ικανός για το χειρότερο.
Και το ρ. ερεθίζω έχει την ρίζα του στο ρ. άρω/αίρω και ιδιαιτέρως στον συγκριτικό βαθμό τού αγαθός >αρείων. Εξ αυτού ο Άρειος αλλά και ο Άρης, μα και η έρις (α>ε), λέξη που σημαίνει την φιλονικία, το μάλωμα, ακόμα και αυτήν την μάχη. Η Έρις ήταν αδερφή και σύντροφος του Άρη, του θεού του πολέμου. Συνήθως αυτοί οι δύο μαλώνανε συχνά, ανταγωνίζονταν. Η έρις/έριδος και με δ>θ έχουμε το ρ. ερεθίζω.
Οι ευρωπαϊκές γλώσσες, για να εκφράσουν το ερεθίζω, δανείστηκαν από την ελληνική τον ιερό οίστρο, που κυριολεκτικώς σημαίνει την ιερή οργή και που μετέπειτα κατέληξε να σημαίνει την έντονη διέγερση, την ερωτική έξαψη και ορμή, που πάντως προϋποθέτει ερεθισμό. Οι Λατίνοι εκφράστηκαν με το in+ira (=με οργή) και είπαν τον ερεθισμό irritatio. Εξ αυτών οι Γάλλοι το ερεθίζω irriter, οι Ιταλοί irritare, οι Ισπανοί airar, οι Άγγλοι irritate, και οι Γερμανοί irritieren.
Είναι όμως και ζηλιάρης και δεν θέλει να μονοπωλούν άλλοι την δόξα. Την θέλει όλη δική του. Με τον άλλον υπάνθρωπο όρχι συναγωνίζονται πώς να σκοτώνουν παιδάκια μέσα στο σχολείο τους, με «έξυπνο» πύραυλο, οι άθλιοι!
Το ρ. ζηλεύω είναι σύνθετο, εκ του σείω (=κουνώ) >ζείω-ζέω, με σ>ζ, ε>η, και ρέω, με ρ>λ. Ζει-ρέω >ζη-λέω > ζηλόω >ζηλεύω.
Το Λεξικό Larousse Etymologique (Έκδ. 1971) υποστηρίζει πως: «Οι λέξεις jaloux (ζηλιάρης), jalousie (ζήλεια), jalouser (ζηλεύω), προέρχονται από το λαϊκό λατινικό, zelosus, προσαρμογή τού Deus zelotes, θεός ζηλωτής . (μετάφρασις Αγ. Γραφής, εκ της ελληνικής - Πρόκειται περί της "Vulgata"). Η λέξις εισήλθε εις την Γαλλικήν μέσω τών τροβαδούρων».
Vulgata ονομάστηκε η αποτυχημένη λατινική μετάφραση (εκ της ελληνικής) της Αγίας Γραφής, κατάλληλη μόνον για τον όχλο (volgus) και όχι για τους ελληνομαθείς. (Fόχλος >volgus > vulgata).
Τον ελληνικό, λοιπόν, ζήλο, οι Λατίνοι τον είπαν zelus, οι Γάλλοι jalousie, οι Ιταλοί gelosia, οι Ισπανοί celos, celosia, οι Άγγλοι jealousy, και οι Γερμανοί jalousie, που όμως σημαίνει παραθυρόφυλλο (πιθανόν με την έννοια παραμονεύω, κρυφοκυττάζω).
Έχουμε όμως κι ένα άλλο σοβαρό θέμα, που έχει προκύψει από τον συνεχιζόμενο πόλεμο. Οι διάσημες βίζιτες-influencers, οι επηρεαστές, οι διαμορφωτές, για σας που δεν κατέχετε την «ειδικότητα» της εποχής, το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα πώλησης αέρα ή -στην …ανάγκη- του ίδιου του κορμιού, περνούν πιένες, αναδουλειές, στα χρυσά εμιράτα. Με τόσες μπόμπες που πέφτουν σωρηδόν δεν κάνει …κούκου των εμίρηδων και της συνοδείας των κι αυτές πώς θα βγάλουν τον μήνα; Δεν μπορεί πέντε άπλυτοι να βομβαρδίζουν ολημερίς τους οίκους …χλιδής! Πάνε οι πισίνες, τα φορέματα, τα χρυσά δωράκια, τα τσέκια. Με τι μούτρα να γυρίσουν στον τόπο τους, χωρίς να έχουν τουλάχιστον αποκατασταθεί, έστω για …30 χρόνια, να έχουν κάνει μια καβάτζα, βρε αδερφέ, «για την φουκαριάρα την μάνα τους»;
Για να μη συνεχίσω άλλο μ’ αυτά τα διεθνή τσόλια, τα κυριολεκτικώς πουλημένα κορμιά, θα μείνω στην ετυμολογία του influencer.
Πρόκειται για την ελληνική σύνθεση εν+φλύω, φλέω (=ρέω, είμαι γεμάτος, πλήρης). Το φλέω εκ του φύω+λέγω (=γεμίζω). Συλ-λέγω >φυλέγω >φλέγω >φλέω, με αποβολή τού γ, για να μη συγχέεται με το φλέγω (=βάζω φωτιά).
Οι Λατίνοι είπαν το εισρέω, in-fluo, οι Γάλλοι influer (=επιδρώ), οι Ιταλοί ομοίως influire, οι Ισπανοί influir, και οι Άγγλοι influence. Μάλιστα, η γρίπη της εποχής ονομάζεται διεθνώς εκ της ιταλικής, influenza, επειδή πίστευαν πως αυτή οφείλεται σε δυσμενείς εισροές.
Δεν εφευρέθηκε όμως ξαφνικά αυτή η μόδα του influencer. Υπάρχει ολόκληρη βιομηχανία από πίσω τους, σαν συνέχεια του πορνό (κινηματογράφος) και των νομίμων οίκων ανοχής. Τώρα έχουμε επισκέψεις σε ιδιωτικούς χώρους, ακριβοπληρωμένες «υπηρεσίες», αναλόγως του «προϊόντος» και φυσικά μίζα στους οργανωτές και στους ντίλερς (dealers), μεσάζοντες.
Η βιομηχανία γενικώς αναγνωρίζεται σήμερα με την αγγλική industry, λέξη που έχει την ρίζα της στις ελληνικές λέξεις εντός+στόρνυμι (=απλώνω, στρώνω, εκθέτω). Οι Λατίνοι το εξέφρασαν ως industria (=επιμέλεια, εκ των endo+sterno), οι Γάλλοι industrie, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί industria, οι Άγγλοι industry, και οι Γερμανοί Industrie.
Βαρειά βιομηχανία, θα έλεγα εγώ, να «στρώνεις» ολημερίς κρεβάτια, με βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα!!
Παληομουλάδες, τι μας κάνετε!!
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο