ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΕΑΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ (Φ. 2003)
«Γνωρίζοντας το Αρχαίο Δράμα»
Το Διεθνές Νεανικό Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Κορίνθου συνεχίζει τη δράση του όλο τον χρόνο
Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την 5η διοργάνωσή του, το Διεθνές Νεανικό Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Κορίνθου δημοσιεύει σήμερα το τρίτο άρθρο της σειράς «Γνωρίζοντας το Αρχαίο Δράμα».
Η σειρά αυτή κειμένων αφιερωμένων στο αρχαίο δράμα και την αρχαία ελληνική γραμματεία ξεκίνησε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 μέσα από τη φιλόξενη εφημερίδα «Η Φωνή της Κορινθίας» και υλοποιείται με την επιστημονική συνεργασία της φιλολόγου Σοφίας Σκάζα, την οποία ευχαριστούμε θερμά για τη γενναιόδωρη προσφορά γνώσης και τη συμβολή της στη μορφωτική και πολιτιστική αποστολή του Φεστιβάλ.
Το φεστιβάλ δεν περιορίζεται στις ημέρες των παραστάσεων. Αποτελεί έναν ζωντανό θεσμό παιδείας και πολιτισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Εύη Κοκκίνου
Πρόεδρος Οργανωτικής Επιτροπής
Διεθνούς Νεανικού Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Κορίνθου
3. Από τον Αρίωνα στον Ευριπίδη: μια συναρπαστική σειρά καινοτομιών στο δράμα
Γράφει η Σοφία Σκάζα, Φιλόλογος
Κόρινθος, 1η Οκτωβρίου 2026
Από τον Διθύραμβο, το ιερό χορικό άσμα του Διονύσου γεννήθηκε η δραματική ποίηση και δεν είναι μόνο ένας ο ποιητής που εργάστηκε για την εξέλιξή της και την τεχνική της τελείωση. Όπως συμβαίνει με όλες τις εξαιρετικές εμπνεύσεις ο διθύραμβος αποτέλεσε αντικείμενο γόνιμης μελέτης και δημιουργικής επεξεργασίας από πολλούς άξιους και ταλαντούχους δημιουργούς.
Είπαμε ήδη πως ο Αρίων ήταν ο πρώτος που μετέτρεψε τον πρωτόγονο διθύραμβο σε λογοτεχνικό άσμα. Έπειτα, ο Λάσος, φημισμένος μουσικός από την Ερμιόνη λέγεται ότι μετέφερε τον διθύραμβο από την Κόρινθο στην Αθήνα και τον τελειοποίησε. Ο Επιγένης, εξάλλου, ταλαντούχος ποιητής από τη Σικυώνα με εντολή του εκεί τυράννου Κλεισθένη παρουσίασε χορικό άσμα για τον Διόνυσο με χορευτές που δεν ήταν σάτυροι! Ο γνωστός μας πια Θέσπης εμπνεύστηκε τον «Υποκριτή» (στα αρχαία ελληνικά υποκρίνομαι σημαίνει απαντώ) το άτομο, δηλαδή, που διέκοψε για λίγο το τραγούδι και απευθύνθηκε στον χορό, αυτόν που απάντησε σε μια ιαχή των χορευτών. Αυτές οι ερωταποκρίσεις ενθουσίασαν τόσο τους πιστούς που επαναλήφθηκαν.
Σταδιακά δημιουργήθηκε μια μεικτή μορφή ανάμεσα σε δύο στοιχεία, το άτομο και την ομάδα. Τα λόγια του υποκριτή αποτελούν το επικό μέρος του δράματος, αυτό δηλαδή που προέρχεται από τις απαγγελίες των ηρωικών και διδακτικών επών, ενώ το τραγούδι και η «όρχησις» των χορευτών αποτελεί το λυρικό μέρος, συνεχίζοντας την πανάρχαια χορική παράδοση. Επομένως, η δραματική ποίηση γεννιέται από την αριστοτεχνική και ανεπανάληπτη σύζευξη των χαρακτηριστικών του έπους και της λυρικής ποίησης, μια σύζευξη που συνταιριάζει με τρόπο συγκλονιστικό την αφήγηση (που αποκαλύπτει τις σκέψεις και τη δράση του ατόμου) με την ερμηνεία συναισθηματικά φορτισμένων τραγουδιών (που αποτυπώνουν τα συναισθήματα και τη γνώμη των πολλών, της ομάδας).
Μαθητής του Θέσπη ήταν ο Χοίριλος ο Αθηναίος, ο οποίος εισήγαγε τις τόσο γνωστές μας προσωπίδες και τις λαμπρές θεατρικές ενδυμασίες, δυο στοιχεία που ενδυναμώνουν κατά τρόπο συγκλονιστικό την παρουσία των ηρώων κάθε παράστασης. Από την άλλη, ο Φρύνιχος ο Αθηναίος είχε την έμπνευση να εισαγάγει τα γυναικεία πρόσωπα (γυναικείους ρόλους) και κατά αυτόν τον τρόπο να εμπλουτίσει τους τραγικούς χαρακτήρες.
Μετά από αυτούς τους προδρόμους θα εμφανιστεί η ακτινοβόλα τριάδα με τους κορυφαίους τραγικούς ποιητές: τον Αισχύλο, ο οποίος εισήγαγε τον δεύτερο ηθοποιό, τον Σοφοκλή που πρόσθεσε τρίτο υποκριτή και αύξησε τους χορευτές από δώδεκα σε δεκαπέντε και τον τραγικότερο όλων Ευριπίδη, ο οποίος έκανε τους προλόγους κανόνα στις τραγωδίες του και μείωσε τα χορικά κομμάτια στο ελάχιστο.
Καθώς οι μύθοι για τη ζωή και τις περιπέτειες του Διονύσου είχαν περιορισμένη ποικιλία θεμάτων, οι ποιητές πολύ σύντομα αναζήτησαν θέματα έξω από αυτή την διονυσιακή παράδοση. Η πλούσια ελληνική μυθολογία -που προσέφερε συχνά πολλαπλές παραλλαγές σε έναν μύθο- τους έδωσε πλούσιο υλικό για έμπνευση. Μύθοι για θεούς και ήρωες, μύθοι για ονομαστές βασιλικές οικογένειες γνωστοί και αγαπητοί σε όλη την ελληνική επικράτεια άρχισαν να ζωντανεύουν θεατρικά. Ακόμα και η ζωντανή πραγματικότητα, η πρόσφατη ιστορία της Αθήνας αξιοποιήθηκε στο δράμα.
Το δράμα από λαϊκό δρώμενο με αυτοσχεδιασμούς απέκτησε μορφή στέρεη, μετρημένη, λογική και κλειστή. Ενώ στο ξεκίνημα ο ρόλος του χορού ήταν η «σπονδυλική στήλη» του έργου, η έμπνευση του Θέσπη έδωσε φτερά στους επόμενους: μεγάλωσαν το μέρος του υποκριτή και σταδιακά του έδωσαν και δεύτερο και τρίτο ρόλο αλλάζοντάς του προσωπείο (μάσκα). Έτσι, το δράμα πήρε την τυπική του μορφή: εναλλαγή επικών και λυρικών μερών, εμφανίσεων του υποκριτή, από τη μια πλευρά, ο οποίος δρα και εκφράζει προσωπικές απόψεις και παρεμβάσεων του χορού, από την άλλη, ο οποίος τραγουδώντας και χορεύοντας εκφράζει συχνά την κοινή γνώμη.
Κλείνοντας αυτό το τρίτο στη σειρά άρθρο για το αρχαίο θέατρο πρέπει να σημειωθεί κάτι πολύ ουσιαστικό. Η δραματική ποίηση θα διακριθεί σε τρία είδη: την τραγωδία, το σατυρικό δράμα και την κωμωδία.

(1).png)

Αφήστε ένα σχόλιο