Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1988)
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*
Αγαπητοί αναγνώστες, θα μου επιτρέψετε σ’ αυτό το φύλλο να ασχοληθώ μόνον με ένα θέμα, ένα στενάχωρο θέμα για όλους τους ανθρώπους, τον θάνατο ενός προσφιλούς και ιδιαιτέρως αγαπημένου μου προσώπου.
Κι εκεί οι αρχαίοι μας πρόγονοι μεγαλούργησαν, ως προς τον πλούτο τών λέξεων, με τις λεπτές αλλά ουσιαστικές διαφορές, που δημιούργησαν για να τον περιγράψουν.
Ήδη στο Γ.Κ.140, που συνέταξα με αφορμή τον θάνατο του ιδρυτού τής εφημερίδας που με φιλοξενεί, Βαγγέλη Κόκκινου, και της συζύγου του, σχεδόν ταυτοχρόνως, είχε γίνει εκτενής αναφορά στην ετυμολογία του θανάτου.
Μη έχοντας, λοιπόν, ούτε τον χρόνο ούτε το κουράγιο να γράψω κάτι άλλο, θα το επαναλάβω σχεδόν αυτούσιο, με την προσθήκη μόνον κάποιων στοιχείων που δεν είχαν αποτυπωθεί τότε.
Θα το κάνω ως νεκύσιο, στην μνήμη τού άτυχου αλλά περήφανου, Γιώργου.
Τα νεκύσια ήταν αρχαίες ελληνικές γιορτές και τελετές αφιερωμένες στην μνήμη των νεκρών. Αποτελούν τον πρόγονο των σημερινών μνημοσύνων και των ψυχοσάββατων.
Η λέξη προέρχεται από το νέκυς, που σημαίνει νεκρός, και ετυμολογείται από την μετοχή τού ρ. ειμί, ων+εκ, δηλ. αυτός που είναι εκτός ύπαρξης-ζωής. Ων-εκ(ος) >νέκ(ος) >νέκυς, με ο>υ.
Σχετικώς με τον θάνατο, το Ετυμολογικόν το Μέγα ισχυρίζεται πως η λέξη έχει προέλθει εκ του τείνω >τανύω >τάνατος >θάνατος, με τ>θ, κάτι που έχει διασωθεί και αποτυπωθεί στην λαϊκή σοφία υπό την φράση «τα τέντωσε» ή «τα τίναξε». Το αντιδάνειο «τέζα» έχει προέλθει από το λατινικό tendo κι αυτό με την σειρά του εκ του τανύω.
Ο θάνατος, ο όλεθρος, λέγεται αλλοιώς και μόρος (=μοίρα), ετυμολογούμενος εκ του μείρομαι (=λαμβάνω μέρος). Σύμφωνα με τα πιστεύω τής αρχαιοελληνικής εποχής, τον φυσικό θάνατο φέρνει η Μοίρα, από το όνομα της οποίας προήλθε και ο μόρος.
Μορτός είναι ο θνητός, εκ του οποίου προέκυψε ο μροτός >βροτός. Αμμόριος είναι ο αθάνατoς. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί το «κακός μόρος» (=κακός θάνατος) αλλά και το «μόρσιμον ἦμαρ» (=η μέρα τού θανάτου). Παράβαλε με το σημερινό «επήλθε το μοιραίο», δηλ. ο θάνατος. «Μορτοβάτις» λεγόταν το πλοίο τού Χάρωνος (=Χάροντα).
Στα λατινικά ο θάνατος είναι mors, στα ιταλικά morte, στα ισπανικά muerte, στα αγγλικά death και στα γερμανικά Tod. Οι δύο τελευταίες γλώσσες αντλούν την ρίζα τους εκ της μετοχής του παρακειμένου του θνήσκω, τεθνεώς. Όμως οι Άγγλοι για να περιγράψουν τον θνητό λένε mortal και οι Γερμανοί την θνησιμότητα Mortalität. Επίσης οι Άγγλοι λένε το έγκλημα, τον φόνο, murder, πάντα εκ του μόρος.
Τον βίαιο θάνατον, πριν από τον συνήθη, τον φέρνει η Κήρ, εκ του ρ. κείρω (=κόπτω). Κι όπως λέει και ο λαός, του κόπηκε το νήμα τής ζωής του πρόωρα. Υπάρχει μέχρι και σήμερα η κατάρα «κήρα και μόρα να σ' εύρει». Άρα, κηρ είναι ο θάνατος.
Για κάποιον που φεύγει απ’ την ζωή λέμε απεβίωσε. Αποβίωση είναι ο θάνατος, η έξοδος από του βίου ή εκβίωση.
Ο θάνατος επίσης εκφράζεται με την λέξη τελευτή (δηλ. το τέλος του βίου) ή με την λέξη κατάληξη, εκ του κατα+λήγω.
Επίσης απαλλαγή λέμε μεταφορικώς τον θάνατο, εκ του ρ. απαλλάττομαι =ελευθερώνομαι, επιστρέφω ή απέλευση, το εκ του βίου απέρχεσθαι.
Ομοίως λέγεται και έξοδος, όπως η έξοδος του χορού από την ορχήστρα, στο τέλος τού δράματος, η έξοδος δηλ. εκ του βίου. Η καθομιλουμένη διασώζει την έννοια αυτή ως «ξόδι» (=κηδεία), κάτι που διατηρεί και η Εκκλησία, ονομάζοντας την κηδεία «εξόδιο ακολουθία».
Θεωρώντας οι άνθρωποι τον θάνατο ως καταστροφή, τον ονομάζουν συνεκδοχικώς και όλεθρο, εκ του ρ. όλλυμι (=καταστρέφω, αφανίζω)
Για την έννοια του θανάτου χρησιμοποιούνται και οι εκφράσεις:
«ρηγμίν βίου», το τέλος τής ζωής, κατά το «ρηγμίν θαλάσσης» (= εκεί που σπάει, εκεί που σταματάει το κύμα), εκ του ρήγνυμι.
Τέλειος ημέρα λέγεται η ύστατη ημέρα τής ζωής, η ημέρα του τέλους. Λέγεται όμως και «τέρμιος ημέρα», δηλ. η ημέρα του τέρματος, του τέλους τής βιοτής.
Σύμφωνα με την ελληνική Μυθολογία, οι ψυχές οδηγούνται στον Άδη (τον Θεό του Κάτω Κόσμου) από τον Χάρο. Χάρων/ωνος, ο πορθμεύς, ο βαρκάρης, ο οδηγός των νεκρών.
Χάρο λέμε κι εμείς σήμερα μεταφορικώς τον θάνατο. Ο Χάρων όμως κυριολεκτικώς σημαίνει χαρούμενος, χαρωπός και ονομάστηκε έτσι λόγω του ότι διέθετε απαστράπτοντες οφθαλμούς, σαν να πήγαινε σε χαρά. Ουσιαστικώς, δηλ. ετυμολογείται εκ της χαράς. Όπως αντιλαμβάνεστε, η ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο που παράγει λέξη για τον θάνατο, εκ του χαίρω και της χαράς.
Γράφει σχετικώς ο Πλούταρχος:
«Χάρων, ἱλαρῷ τῷ προσώπῳ καὶ μειδιῶν προσβλέπων εἰς ἡμᾶς, θαρρεῖν ἐκέλευσεν,
ὡς μηδενὸς ὄντος δεινοῦ...» (Περί Σωκράτους δαιμονίου, 595Ε). Μας προέτρεψε δηλ. ο Χάροντας, με χαρούμενο πρόσωπο και χαμογελώντας, να έχουμε θάρρος, διότι δεν είναι και τόσο φοβερό το να πεθάνεις.
«ἰητροὶ δεδάασιν ἀνάβλησιν θανάτοιο» (Αλεξανδρινός ποιητής, Καλλίμαχος, ύμνος Β΄ στον Απόλλωνα, στ. 56) [Οι γιατροί έχουν μάθει να δίνουν παράταση στον θάνατο].
Μπορεί, αγαπητοί μου, η ιατρική επιστήμη να βοηθάει τον άνθρωπο, να τον θεραπεύει, να τον προστατεύει αλλά το μόνο που καταφέρνει τελικώς είναι να του δίνει αναβολή, καθώς ουδείς θνητός μπορεί να τον αποφύγει.
Έτσι κι ο καλός μας, Γιώργος!
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο