Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1973)

 

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –172

 

 

     Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*



Αφορμή να γράψω το σημερινό μου κείμενο στάθηκαν οι καταιγιστικές αποκαλύψεις για τα αποτρόπαια γούστα των «σοβαρών» ηγετών του κόσμου και τις συνάξεις τους σε διάφορα μέρη, υπό την οργάνωση, καθοδήγηση και εποπτεία ενός αδίστακτου και αιμοβόρου (κυριολεκτικώς) αρχιτέρατος, το οποίο δήθεν αυτοκτόνησε.

Θα μείνω μόνο στο αναπάντητο ερώτημα πώς μπορούσαν να δολοφονούν, να βιάζουν, να …τρώνε από γεννησαρούδια έως μικρά παιδιά, ακόμα και τα δικά τους; Είναι δυνατόν αυτά τα όντα (δεν είναι άνθρωποι) να έχουν μέσα τους ψυχή, συνείδηση, συναισθήματα;

 

Δεν μου επιτρέπεται να γράψω κι άλλα, ο χαρακτήρας της στήλης μου είναι διαφορετικός.

Βρίσκω αφορμή, λοιπόν, από την ψυχική μου κατάσταση, να αναφερθώ στις ετυμολογίες αυτών των αθώων θυμάτων, που έγιναν βορά στις ορέξεις των ψυχανώμαλων τεράτων που μας κυβερνούν!!

 

Ξεκινώ με το έμβρυο, που ετυμολογείται εκ της πρόθ. εν+βρύω (=είμαι πλήρης καρπών, εκ του φύω+ροή, με φ>β). Η πρόθεση εν μπαίνει στην αρχή, επειδή το έμβρυο αναπτύσσεται ένδον και ως «καρπός κοιλίας» βρύει και αύξεται.

Το έμβρυο αποκαλείται και κύος ή κύη, εκ του ρ. κύω (=φουσκώνω) προφανώς εκ του δασυν. ύω (=βρέχω), με τροπή τής δασείας σε κ. Θυμηθείτε την επίκληση στον Δία «ύε, κύε», δηλ. βρέξε και φούσκωσε, «αφράτεψε», την γη, κάνε την γόνιμη.

Ο ίδιος συνειρμός ακολουθείται κατά την διαδικασία ο γόνιμος υετός (=βροχή, νερό) τού πατρός να ύει υιόν και να κύει την άρουραν (γη) - κοιλία. Ο υετός καρπίζει και φουσκώνει την γη (αφρατεύει) αλλά και την θάλασσα, δημιουργώντας «κύμα», ακριβώς όπως το υγρό τού πατρός (σπέρμα) «φουσκώνει» την κοιλιά («γη» τής γυναίκας), καθιστώντας τήν γυναίκα έγκυο (εν+κύω), φουσκωμένη, δηλ. εκ των ένδον.

 

Αυτό που μόλις γεννιέται ονομάζεται βρέφος, εκ των ρ. βρύω+φύω, με υ>ο, ή νεογνόν ή νεόγονον.

 

Η ετυμολογία του νεογνού είναι αξιοπρόσεκτη, και, όπως όλες οι ρίζες τής ελληνικής γλώσσας, εκπληκτική.

Συγκεκριμένα, το πρώτο συνθετικό είναι το νέος, εκ του νάω (=ξεχειλίζω) + βίος, με β>π. Στον Όμηρο η λέξη συναντάται πάντοτε με F (νέFος). Νεβρός λέγεται το νεογνό τού ελαφιού. Το δεύτερο είναι το γόνος, εξίσου σημαντικής ετυμολογίας. Η μα ή γα, η γη δηλ., μας έδωσε το ρ. γαμέω/ώ, που σημαίνει καθιστώ κάποια θηλυκή ύπαρξη μαμά. Επίσης σημαίνει την ερωτική πράξη αλλά και το λαμβάνω γυναίκα, νυμφεύομαι. Το αποτέλεσμα του γάμου είναι το τέκνο, ο γόνος, με α>ο και μ>ν.

 

Το βρέφος λέγεται και γαλαθηνόν, επειδή θηλάζει ακόμα, το τρεφόμενο με γάλα (τὸ ἔτι θηλάζον, τὸ ἀπὸ γάλακτος τρεφόμενον). Λέγεται αλλοιώς και θηλαμινόν (εκ του θηλή=ρόγα) αλλά και επιμαστίδιον (δηλ. επί του μαστού ευρισκόμενο), αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη «βυζανιάρικο».

 

Προσέξτε τώρα μια άλλη ονομασία του βρέφους, ως υποτίτθιον, ετυμολογούμενο εκ του τιτθός (= μαστός), συνδυασμός δύο ρημάτων, του τίθημι & του θάω (=θηλάζω, εκτός πολλών άλλων εννοιών). «Παὶς τιθασός» είναι αυτός που θηλάζει, ενώ το αντίθετο λέγεται «ἀτίθασος». Άρα, όπως διδάσκει η σοφή γλώσσα μας, τα βρέφη, για να μην γίνουν ατίθασα, δεν πρέπει να στερηθούν θηλασμού.

Το βρέφος που σταμάτησε να πίνει γάλα λέγεται αποτίτθιον, ενώ αυτό που μπορεί και κάθεται στα γόνατα λέγεται επιγουνίδιον.

Γενικώς τα βρέφη που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους λέγοναι μωρά, εκ του μη+ώρα (=φροντίδα).

Ο μέγας Αισχύλος (Χοηφόροι, 753-759), μας παραδίδει για το μωρό «τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτὸν τρέφειν ἀνάγκη, πῶς γὰρ οὔ; τρόπῳ φρενός· οὐ γάρ τι φωνεῖ παῖς ἔτ᾽ ὢν ἐν σπαργάνοις, εἰ λιμός, ἢ δίψη τις, ἢ λιψουρία ἔχει· νέα δὲ νηδὺς αὐτάρκης τέκνων.
τούτων πρόμαντις οὖσα, πολλὰ δ᾽, οἴομαι, ψευσθεῖσα, παιδὸς σπαργάνων φαιδρύντρια»
[Γιατί το άμυαλο (παιδί), σαν ζώο, είναι ανάγκη να το τρέφεις, πώς αλλοιώς; με βάση το ένστικτό σου (πρέπει να μαντεύεις τι θέλει)· γιατί δεν μιλάει το παιδί όσο είναι ακόμα στα σπάργανα, αν πεινάει, ή αν διψάει, ή αν θέλει να ουρήσει (λιψουρία)· (αυτά τα καταλαβαίνεις) η νέα κοιλιά των παιδιών, που είναι αυτάρκης (που ξέρει να φροντίζει τον εαυτό της), (συχνά) σε γελάει].

 

Μεγαλώνοντας τα βρέφη μετατρέπονται σε νήπια, ετυμολογύμενο εκ του αρνητ. μορίου νη + έπος (=λέγω, αόρ, είπον), επειδή ακριβώς τα νήπια δεν μιλάνε καθαρά, δεν μπορούν να αρθρώσουν άρτιο λόγο. «Οὐ δύνασθαι διαλέγεσθαι σαφῶς», λέει ο Αριστοτέλης.

 

Η επόμενη ηλικιακή περίοδος είναι ο παις, «Παρὰ τὸ πάλλεσθαι, εὐκίνητος γὰρ ἡ ἡλικία», γράφει το Ετυμολογικόν το Μέγα.

Μπορεί όμως να προέρχεται και εκ του πάFω/παίω (=χτυπώ), διότι σ’ αυτήν την ηλικία τα παιδιά χτυπάνε εύκολα, λόγω και της ορμητικότητάς τους. Υπέρ αυτής τής εκδοχής συνηγορεί και ο τύπος παυς (πάFω), διότι όπου αφαιρείται το δίγαμμα, αντικαθίσταται από ύψιλον (π.χ. νέFω >ναυς).

Παιδίον ονομάζεται ο μικρός παις, μέχρις 7 ετών. Το αντίστοιχο θηλυκό είναι η παιδίσκη.

 

Η νεότητα τυπικώς έφτανε μέχρι της ηλικίας τών 30 ετών και είναι περισσότερο γνωστή ως νεολαία, ετυμολογούμενη εκ του νέος + λαός, ακριβώς δηλ. νέος, νεαρός λαός.

 

Η νεαρή κόρη ονομάζεται παρθένος. Κατά τον Φιλόξενο εκ του παραθήνη >παρθήνη >παρθένος (θάω =θηλάζω).

«Ἡ περὶ ταύτην τὴν ἡλικίαν οὖσα, καθ' ἢν ὥραν ἔχει ἐκθρέψαι καὶ ἐκτῆσθαι μαστούς. Τὰς μικρᾶς παῖδας οὐ προσαγορεύομεν παρθένους, ἀλλὰ τὰς ἰούσας ἤδη ἐπὶ τὸ γυναίκας εἶναι»

 

Έφηβος είναι ο επί της ήβης ευρισκόμενος νεανίας, όπου ήβη η μεταβατική περίοδος, όπου το σώμα ωριμάζει σεξουαλικά (συνήθως 8-13 ετών στα κορίτσια).

«Ἔλεγον ἀγούρους τοὺς ἐφήβους» (Κων/νος Οικονόμου).

 

Τέλος το αγόρι εκ του ά-ωρος, ά-γωρος, ά-γουρος, όπως το εννοούμε κι εμείς σήμερα, ως άγουρο άνδρα.

 

Σε όλες αυτές τις πολύ ευαίσθητες και τρυφερές παιδικές ηλικίες αυτά τα ανθρωπόμορφα κτήνη έβαλαν τα πανάθλια χέρια τους και μαγάρισαν το κορμί τους, το πλήγωσαν, το διαμέλισαν, το …έφαγαν!!. Όσα από τα παιδιά αυτά επέζησαν, θα κουβαλούν για πάντα μια αγιάτρευτη πληγή στην ψυχή τους. 

 

*Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com. 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια