Αδειάζοντας «το πατρικό» μου ή, καλύτερα, «το γονεϊκό» μου! (Φ. 1971)
Μια εμπειρία που συγκλονίζει, μετά τη μεγάλη -σχεδόν ταυτόχρονη- απώλεια των γονιών μου.
Η ψυχή αναζητά ίαση μέσα από τον πόνο της απώλειας και τον κατακλυσμό των αναμνήσεων στο γονεϊκό σπίτι.
γράφει η Εύη Κοκκίνου - Κελλάρη*
Το Σαββατοκύριακο βρέθηκα στο πατρικό μου ή, καλύτερα, στο γονεϊκό μου σπίτι. Αυτή η λέξη, «γονεϊκό», νομίζω ότι θα τιμούσε περισσότερο την υπέροχη, γλυκιά αλλά απολύτως δυναμική μητέρα μου, την Ελένη. Εκείνη που είχε «κατακτήσει», με τόλμη και σεβασμό ταυτόχρονα, τη θέση της δίπλα στον πατέρα μου, τον Βαγγέλη, επί ίσοις όροις -κόντρα στα στερεότυπα μιας εποχής που ήθελε ακόμη τη γυναίκα να ακολουθεί τον σύζυγο. Σύγχρονη και πραγματική σουφραζέτα την αποκαλούσα.
Το σπίτι το είχα αφήσει από τα τέλη Αυγούστου κλειστό. Πέντε μήνες τώρα. Υπήρχε άρνηση· δεν ήθελα να πηγαίνω και να μη βρίσκω εκεί τους αγαπημένους μου να με περιμένουν με εκείνο το πλατύ χαμόγελο -έκφραση της απόλυτης αγάπης, τρυφερότητας και πλήρους αποδοχής των γονιών που είναι περήφανοι για τα παιδιά τους, αλλά με σεμνότητα, επίγνωση και ρεαλισμό, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους γονείς-κουκουβάγιες.
Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να πάω, να το αερίσω, να μπει το ζωογόνο φως του ήλιου. Από την άλλη, όμως, αναρωτιόμουν: για ποιον; γιατί; ποιος ο λόγος;
Η αφορμή δόθηκε και το αποφάσισα.
Θα πήγαινα με σθένος, για να αρχίσω σιγά σιγά να το «αδειάζω», να μαζέψω τα πράγματά τους -τα πράγματα όλων μας- και να το νοικιάσω. Οι γονείς μου, οι άνθρωποί μου, έφυγαν από τη ζωή· εμείς μένουμε αλλού. Κι έτσι αυτό το σπίτι, το σπίτι που για εξήντα τρία χρόνια ήταν γεμάτο κόσμο, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονη, συγγενείς και φίλους, γεμάτο ζωντάνια, αγάπη, κέφι, τραγούδια, χορούς και ατέρμονες συζητήσεις επί παντός επιστητού -αλλά και πόνο από απώλειες που μας είχαν στιγματίσει, συστατικό κι αυτό της ζωής- πρέπει να ξαναζήσει με άλλους ένοικους.
Μόνο έτσι θα βιώσουν κι άλλοι αυτό το υπέροχο, γεμάτο αγάπη σπιτικό, που ήταν μια μεγάλη αγκαλιά, φροντίδα και νοιάξιμο για όλους.
Από πού να αρχίσω όμως; Από τα ρούχα; Από τα άλμπουμ και τις κάρτες-προσκλήσεις σε γάμους και βαφτίσια, γεμάτα αναμνήσεις από οικογενειακές στιγμές; Από τα σερβίτσια και τα σκεύη μαγειρικής της μαμάς που θυμίζουν ακόμη τα γιορτινά μας τραπέζια και ευωδιάζουν από τα καλούδια που μας έφτιαχνε; Βρήκα και τις χειρόγραφες συνταγές της το Σάββατο. «Ελεάννα, αυτές δικαιωματικά σου ανήκουν», με την πρώτη ευκαιρία.
Από τα βιβλία; Πόσα βιβλία -μπορείτε να διανοηθείτε; Βιβλία και εγκυκλοπαίδειες, όχι για να κοσμούν βιβλιοθήκες. Βιβλία διαβασμένα από εκείνους και από εμάς τα παιδιά. Κάποια, μάλιστα, ήθελαν να τα ξαναδιαβάσουν, γιατί, όπως έλεγαν, δεν τα θυμούνταν καλά. Λογοτεχνικά, πολιτικά, ιστορικά, βιβλία ποίησης, μαγειρικής, μακροζωίας, βοτάνων, εναλλακτικών μεθόδων ίασης. Το λεξικό της Πρωΐας -Ευαγγέλιο για την ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τη μητέρα μου. Η εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη -Ευαγγέλιο για τον Δημήτρη μας, που είχε διδαχθεί την καθαρεύουσα. Βρήκα ακόμη το «Ημερολόγιο της Άννα Φρανκ», τα «Σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ, τους τόμους για την Κόρινθο του αείμνηστου συναδέλφου μου δικηγόρου Ματθαίου Ανδρεάδη και πολλά άλλα.
Δεν άντεξα μόνη. Κάλεσα τον Βαγγέλη, την Ιωάννα, τη Μαρινίκη, να έρθουν να μοιραστούν τους θησαυρούς μας, να δουν και να διαλέξουν -ήρθε και η μικρή μας Νεφέλη, η Ροδοθέα και τα υπόλοιπα ανίψια μου, η Ελεάννα, η Δέσποινα, ο Χάρης και ο Ευάγγελος, ήταν μακριά. Και βρήκαν. Βρήκαν όσα τους άφησαν οι παππούδες τους και τους ταίριαζαν. Συγκινήθηκα, γιατί υπάρχουν θησαυροί για όλους μας και έτσι θα τιμήσω τη μνήμη τους.
Όλοι -ο Κυριάκος κι εγώ, τα παιδιά μας, τα παιδιά και η εγγονή του αείμνηστου αδελφού μας Δημήτρη, οι νύφες μας, η Σίσσυ και η Χριστίνα, ο Τάσος -όλοι θα πάρουν κάτι για να θυμούνται αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους που είχαμε την τιμή να αποκαλούμε μαμά και μπαμπά.
Βρήκα και τα χαρτιά του. Εκείνα που τα τελευταία χρόνια δεν άντεχα πια και του ζήτησα να τα συγκεντρώσει στο μικρό δωμάτιο -να μην τα σκορπίζει παντού: χαρτιά και εφημερίδες, άρθρα, σημειώσεις, κατάλογοι συνδρομητών, δισκέτες, στικάκια, αρχείο μιας ζωής· το αρχείο της εφημερίδας του «Η Φωνή της Κορινθίας», τα στρατιωτικά του συγγράμματα, οι στολές αξιωματικού ειδικών δυνάμεων, τα πηλίκια, η σημαία...
Και μέσα σε όλα, βρήκα κι ένα γράμμα της προς εκείνον. Γράμμα του 1968, όταν υπηρετούσε ως αξιωματικός στη Ρεντίνα κι εγώ ήμουν μόλις δύο μηνών. Ένα γράμμα που σώθηκε από τα εκατοντάδες που έκαψα κατ’ εντολήν της, όταν πια είχε αρρωστήσει. Ρητή εντολή να τα βρω μετά τον θάνατό της και να «βάλω μια φωτίτσα», γιατί αυτά ήταν δικά τους και δεν έπρεπε να τα διαβάσει κανείς άλλος.
Κι έτσι έκανα, αμέσως μετά την κηδεία του πατέρα μου. Αυτό το γράμμα, όμως, ήθελε να σωθεί. Ήθελε να σωθεί και να το διαβάσω, κατά παράβαση του λόγου μου σ’ εκείνη. Και ήταν η δική μου λύτρωση, γιατί με αφορούσε. Με τα λόγια της άνοιξαν «οι κρουνοί των ματιών μου», αλλά η ψυχή μου άρχισε να βρίσκει την ίαση που αναζητούσε.
Αναμνήσεις και απολογισμός για την έως τώρα πορεία μας ήταν η απόρροια αυτής της διήμερης ενασχόλησής μου με το γονεϊκό μου σπίτι. Μαζί και σκέψεις για την ύπαρξή μας και το νόημα της ζωής· για τη μοναξιά που βιώνουν σήμερα πολλοί συνάνθρωποί μας, σε αντίθεση με τον τρόπο που έζησαν οι δικοί μου γονείς και εμείς μαζί τους· για το πώς τα δικά μας παιδιά, η νεότερη γενιά, θα βιώσουν τη ζωή τους -με τις πρώτες συνέπειες του εθισμού στο κινητό και στην εικονική πραγματικότητα να διαφαίνονται ήδη…
Φεύγοντας από το γονεϊκό σπίτι, τίποτα δεν είχε πραγματικά αδειάσει. Είχαν μετακινηθεί αντικείμενα, είχαν μοιραστεί θησαυροί, είχαν τακτοποιηθεί χαρτιά και μνήμες, αλλά το σπίτι εξακολουθούσε να είναι γεμάτο. Γεμάτο από παρουσία.
Γιατί όσα σπίτια γέμισαν με αγάπη, δεν αδειάζουν — συνεχίζουν να στεγάζουν τις μνήμες μας και να περιμένουν τους επόμενους ενοίκους να δημιουργήσουν τις δικές τους όμορφες αναμνήσεις.
* Εύη Κοκκίνου - Κελλάρη
Δικηγόρος - Διαμεσολαβήτρια
Msc Διοίκηση Τουρ/κών
Επιχειρήσεων
Απ. Παύλου 40, Κόρινθος
τηλ. 27410 84568
6944964225
email: ekokklaw@otenet.gr,
https:/evikokkinoulaw.gr


Αφήστε ένα σχόλιο