Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1972)
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Αυτές τις μέρες συνέπεσε να γράφω αρκετά κείμενα κυρίως στα social αλλά …έπεσα πάνω σε εξώφθαλμα ορθογραφικά λάθη ή κατά συνθήκην λάθη, λάθη δηλ. που αφέθηκαν να γίνουν, χωρίς οι «αρμόδιοι» να σπεύσουν να αποκαταστήσουν τις διχογνωμίες.
Σκέφτηκα, λοιπόν, να τα μοιραστώ μαζί σας, πάντοτε μέσω τής ετυμολογίας των εν λόγω λέξεων, των ριζών τους δηλ., της καταγωγής τους, που θα διαλύσει τις όποιες δυσπιστίες, καλόπιστων αλλά και κακόπιστων.
Ασφαλώς κάποιων, που έχουν επαναπαυθεί και δεν το πολυψάχνουν, δεν θα ιδρώσει το αυτί τους. Ή μήπως το αφτί τους;
Να μια καλή αρχή ετυμολογίας.
Το αυτί το έγραφα και συνεχίζω να το γράφω με δίφθογγο «αυ», γιατί έτσι μου το έμαθαν οι δάσκαλοί μου, εδώ και 60 και κάτι χρόνια. Σήμερα τείνει να επικρατήσει η λέξη να γράφεται με «φ», έτσι για …αλλαγή, χωρίς δικαιολόγηση και χωρίς ψάξιμο!
Εγώ όμως, που είχα το «ψώνιο» τής γλώσσας, το έψαξα και σας το παρουσιάζω.
Η ρίζα της λέξεως είναι το ρ. άη-μι (=πνέω- φυσώ), εκ του οποίου, αν βγάλουμε την κατάληξη -μι και βάλουμε -ρ, έχουν το «αή-ρ». Στο Κυμαϊκό αλφάβητο, το οποίο στην συνέχεια δανείστηκαν οι Ρωμαίοι, υπήρχε ένα πολύ σπουδαίο γράμμα, το F (=δίγαμμα, ή βαυ), που συνήθως έμπαινε στην αρχή λέξεως που άρχιζε από φωνήεν. Άρα και το ρήμα άημι ήταν πριν άFημι. Το όργανο, επί του οποίου προσπίπτουν τα κύματα αέρος κι ακούμε, ήταν το αFς (=αυτί). Η προφορά του ήταν κάτι μεταξύ β & φ. Αυτός ήταν και ο λόγος που, μετά την κατάργησή του (403 π.Χ. επί Ευκλείδου, ετησίου άρχοντος Αθηνών) αντικαταστάθηκε με τον δίφθογγο «αυ», που δεν προφέρεται ούτε «αβ» ούτε «αφ»· κάτι μεταξύ. Όπως ένας μικρός παις είναι «παιδίον», έτσι και το μικρό «αυς» έγινε «αυτίον», δηλ. αυτί στην καθομιλουμένη. Στην αρχαία, το ουσιαστικό αυτό είναι ανώμαλο και κλίνεται ως ους >ωτός.
Το να υποστηρίξεις πως και με «φ» φαίνεται η ρίζα του, δεν είναι ακριβές. Λέω εγώ, γιατί με φ κι όχι με β; Το ότι το F ετράπη σε δίφθογγο «αυ» φαίνεται κι από άλλες λέξεις, όπως ΝαFς >ναύς (=το πλοίο). Ο ναύτης δεν γράφεται σήμερα πουθενά ως «νάφτης». Γιατί, λοιπόν, «αφτί» κι όχι αυτί;
Το ίδιο περίπου συμβαίνει με το αυγό ή, κατά τους μεγαλόσχημους «καθηγητάδες», αβγό.
Η λέξη ήταν ώFεον >ωόν, με το F στην προκειμένη περίπτωση να υπογράφεται (ᾠόν). Η καθομιλουμένη διέσωσε την τροπή του ωόν σε αFγόν >αυγό.
Το F διέσωσαν και οι ευρωπαϊκές γλώσσες. Οι Λατίνοι το είπαν επακριβώς oVeum, οι Γάλλοι oeuF, οι Ιταλοί uoVo, οι Ισπανοί hueVo, οι Άγγλοι είπαν το αυγό egg αλλά τον ωοειδή oVal, και οι Γερμανοί Ei και επίσης OVal.
Πάμε τώρα στα πολύπαθα θηλυκά τών επιθέτων πλατύς >πλατεία, βαθύς >βαθεία, βαρύς >βαρεία. Στην δημοτικιά (!!) το ει των θηλυκών απλοποιήθηκε σε ι κι έτσι έχουμε πλατιά, βαθιά, βαριά, λες και η γλώσσα δεν χρειάζεται κάποια γράμματα και μπορεί ο καθένας να ασελγεί πάνω της και να τα απαλείφει με το «έτσι θέλω».
Να δούμε πρώτα πως ακόμα και στην δημοτική η έννοια δεν αλλάζει. Όταν π.χ. λέμε πλατιά θάλασσα εννοούμε εκτεταμένη, άρα πλατεία. Όταν όμως λέμε «πάμε στην πλατεία», το γράφουμε με ει, και το νομίζουμε ουσιαστικό, ενώ είναι επιθετικός προσδιορισμός· (θηλ.) πλατεία, που προσδιορίζει την έκταση.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν λέμε βαθιά θάλασσα εννοούμε αυτήν με μεγάλο βάθος, δηλ. βαθεία, κι όταν λέμε βαριά κι ασήκωτη, εννοούμε με μεγάλο βάρος, άρα βαρεία. Ποιος ο λόγος της …απλοποίησης και κατ’ επέκτασιν του εξαφανισμού τής ορθογραφίας τού θηλυκού;
Ο πλατύς προέρχεται εκ του ρ. πλήττω (=χτυπώ, πατάσσω). Με η>α γίνεται πλαξ-πλακός (=το προϊόν της πλήξης, της πεπλάτυνσης, της ισοπέδωσης), και το επίθετο παλκόεις >πλακύς >πλατύς, με κ>τ, ο επίπεδος, ο επί ανθρώπων μεγαλόσωμος, όπως ο Πλάτων.
Ο βαθύς προέρχεται εκ του βάδος >βάδην >βαδίζω, με δ>θ.
Ο βαρύς εκ του φάρω >φέρω, με φ>β και εξ αυτού φορέω, φορίον, φόρτος, διότι αναφέρεται κυρίως επί του φερομένου φορτίου.
Ένα άλλο θεματάκι έχουν οι «μεταρρυθμιστές» με το ρ. αντικρύζω, το οποίο κι αυτό γράφουν με ι.
Ετυμολογείται εκ των προθ. αντί+προς, με π>κ και ο>υ, άντικρυς (=κατ’ ευθείαν εμπρός, απροκάλυπτα, φανερά) ή αντικρύ ή αντίκρυ. Γιατί, λοιπόν, αντικρίζω κι όχι αντικρύζω;
Όλους αυτούς τους μεγαλόσχημους μην τους φοβάστε. Με την καμμία! Με δύο μ, διότι η λέξη είναι τρισύνθετη, εκ των και+αν+μία >κανμία >καμμία, με αφομοίωση του ν σε μ.
Να τους κυττάτε στα μάτια, αντίκρυ, κατ’ ευθείαν, και να τους λέτε την αλήθεια με ηρεμία. Μόνον έτσι θα σας «το ’χουν»…
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο