Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1892)

   

 Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –98
 

 

     Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*

 

Σήμερα, λοιπόν, σκέφτηκα να σας μιλήσω για την ντοπιολαλιά της περιοχής μου, για λέξεις που χρησιμοποιούμε, χωρίς στις περισσότερες των περιπτώσεων να υποψιαζόμαστε την ετυμολογία τους, την ρίζα τους.

Πιθανολογώ πως όσοι με διαβάζετε γνωρίζετε ποια είναι η περιοχή μου και πως κατάγομαι από το ηρωικό Μεσολόγγι.

Στην περιοχή μας εκεί τα πιο παληά χρόνια οι άνθρωποι ασχολούνταν κατά βάσιν με την θάλασσα, άρα χρησιμοποιούσαν λέξεις που είχαν να κάνουν με το υγρό στοιχείο.

Όλα αυτά τα στοιχεία θα προσπαθήσω να συνοψίσω και να συμπεριλάβω στο σημερινό μου άρθρο.

 

Ξεκινάω με τον μώλο, τον χώρο απ’ όπου φορτώνονταν ή εκφορτώνονταν τα ψαροκάικα και κάθε λογής πλεούμενο, από το πιο μικρό έως το πιο μεγάλο.

Η λέξη μπορεί να γραφεί και με ω και με ο και εξηγώ. Η ρίζα του είναι το ρήμα μλώσκω >βλώσκω (μέλ. μολ-ούμαι, αόρ. έ-μολ-ον). Το ρήμα μλώσκω έγινε βλώσκω για λόγους ευφωνίας. Συνήθης είναι η μετατροπή σε β όσων συμφώνων ευρίσκονται προ υγρών: Μλαξ>βλαξ, μροτός>βροτός.

 

Το μλώσκω όμως προέρχεται από το ρήμα μολίσκω, που θα πει έρχομαι μετά κόπου. Και το μολίσκω από το επίρρημα μόλις κι αυτό από το μόγις, μόγος (=μεγάλος κόπος, πόνος, κάματος, ρήμα μογέω. Μόγος λέγεται και ο πόνος, οι ωδίνες του τοκετού). Εδώ παρατηρούμε την συνήθη τροπή του γ σε λ και μάλιστα με τέτοια προφορά, όπως προφέρουν οι Ιταλοί το gli [figlio-a (=γιός, κόρη)]. Οι Γάλλοι διατηρούν την προφορά των δύο ll σε γ (fille =κόρη). Άρα, από το μολίσκω >μλώσκω >βλώσκω έχουμε τον αόριστο έμολον.

 

Ο μώλος ή μόλος, λοιπόν, μπορεί να γραφεί και με τους δύο τρόπους, είτε δανειζόμενος την ρίζα μολ- του αορίστου είτε του πρωταρχικού ρήματος μλώσκω>βλώσκω. Προτιμητέο όμως με ο, καθώς υπάρχει και ναυτικό παράγγελμα «έγια μόλα». Ο μόλος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι ο χώρος όπου έρχονται ή απ’ όπου φεύγουν τα καράβια και ονομάστηκε έτσι από τον κόπο που προϋπέθετε η φόρτωση ή η εκφόρτωση ενός φορτίου πλοίου.

 

Πάμε τώρα στην λέξη αυλέμων(ας). Η ρίζα του είναι η ηχοποίητη λέξη (δηλώνει τον ήχο του αέρα) αήρ ή αυήρ ή βαβήρ ή αβήρ (κατά τον Όμηρο ο από της γης μέχρι των νεφών τόπος), εκ της οποίας δημιουργήθηκε η αύρα ή αύρη (=αέρας σε κίνηση, πνοή αέρα, κυρίως δροσερού, ο πρωινός δροσερός αέρας) και με ρ>λ η αυλή (=ανοιχτός χώρος, που δέχεται πολύν αέρα). Ο αυλέμων άρα είναι ένας ανοιχτός χώρος που δέχεται, είναι έρμαιο του κάθε αέρα.

 

Μια λέξη, που δεν ξέρω αν την χρησιμοποιούν σε άλλη περιοχή, είναι η συρμή. Εμείς εκεί μαθαίναμε μπάνιο, είχε ρηχά νερά αλλά σίγουρα μπορούσαν να προσεγγίσουν και ψαράδικες βάρκες για να βγάλουν την ψαριά τους στην στεριά. Θεωρώ πως η λέξη προέρχεται εκ του ρήματος αίρω >σαίρω >σαρόω (=σαρώνω, καθαρίζω, σέρνω κάτι) >σύρω, με α>υ, που σημαίνει σέρνω, σέρνω κάτι εμπρός, σέρνω δίχτυ. Προφανώς συρμή ήταν ο χώρος όπου έσερναν, τραβούσαν τα δίχτυα.

 

Τσαρδί και χαϊδευτικώς τσαρδάκι λέγαμε (και εξακολουθεί να λέγεται και σήμερα) τον χώρο όπου έμενε κάποιος. Πρόκειται για τουρκικό αντιδάνειο, που σημαίνει πρόχειρο υπόστεγο, άρα και στρατώνα. Ο Ησύχιος διασώζει την πληροφορία πως κάρδακες έλεγαν γενικώς τους στρατιώτες στην Ασία: «ἐν Ἀσίᾳ οὕτω καλοῦσι τοὺς στρατιώτας». Ο κάρδαξ, του κάρδακος… Ο δε Σκαρλάτος Βυζάντιος διασώζει την πληροφορία πως κάρδαξ ήταν «μισθωτός στρατιώτης». Την ετυμολογία όμως της λέξης δεν μπόρεσα να την βρω, παρά το ότι έψαξα σε πολλά λεξικά.

 

Στο Μεσολόγγι οι ψαράδες παληά, για να μην πηγαινοέρχονται συνέχεια από το σπίτι στην θάλασσα, έφτιαχναν καλύβες μέσα στην θάλασσα, που τις στήριζαν σε ξύλινους πασσάλους και τον σκελετό τον έπλεκαν γύρω-γύρω με ένα χορτάρι, που τους προστάτευε από ήλιο και βροχή και το έλεγαν ρένα. Εκεί ζούσαν σχεδόν τον περισσότερο χρόνο τους και στην στεριά έβγαιναν πολύ σπάνια μόνο για να πάρουν εφόδια. Αυτές τις αυτοσχέδιες καλύβες τις έλεγαν πελάδες. Η πελάδα ετυμολογείται εκ του ρήματος πέλω (=βρίσκομαι σε κίνηση, περιφέρομαι, στρέφομαι γύρω από κάτι), εκ του οποίου δημιουργήθηκε το πολέω (=περιφέρομαι , περιπλανώμαι, συχνάζω, κατοικώ) αλλά και η πόλις, όπου κατοικεί κάποιος. Εκ του πέλω δημιουργήθηκε το επίρρημα πέλας (=πλησίον, εγγύς και με άρθρο σημαίνει τους γείτονες: οι πέλας) και το ρήμα πελάζω. Άρα, η πελάδα περιγράφει ακριβώς αυτήν την διαδικασία τού να βρίσκεται κάποιος σε κίνηση, να πλησιάζει, να μένει, να κατοικεί εκεί.

 

Θυμηθείτε λίγο και την αρχαία ρήση «ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει», που σημαίνει πως κάποιος πλησιάζει, φέρνει γύρα, κάνει παρέα με αυτόν που ταιριάζει, με αυτόν που του μοιάζει. Όπως λέμε Γιουρο-βύζιον ή Γιουρο-κώλιον. Όλοι οι ανώμαλοι, που ακόμα δεν έχουν βρει σε πόσες κατηγορίες κατατάσσονται (έχουν και το +, που συμπληρώνεται, όταν εφευρίσκεται ένα νέος «προσδιορισμός»), πάνε μαζί, τα βρίσκουν, αρκεί να είναι non binary. Μην τύχει και τους κατατάξουμε στα δύο γένη, προσβάλλονται!! Θα μας φάνε ζωντανούς! Τα παιδιά σας/μας είναι ο στόχος, να ξέρετε. Εμάς δεν μας «ψήνουν». Τα μάτια σας …1014, όσα και τα «γένη» τους…  

 

Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών

vlaxojohnmes@gmail.com 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια