Header Ads

ΔΙΕΘΝΗ ΘΕΜΑΤΑ : Ο Μαρξισμός και η Θρησκεία...


Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΤΟΥ *

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ 

Θα αναφερθούμε σε μερικά γνωστά μας ιστορικά παραδείγ­ματα, που αποδεικνύουν με μα­θηματική ακρίβεια, ότι η αθεΐα είναι ο καταστροφεύς του αν­θρώπου, διότι αυτή ακριβώς εί­ναι το φοβερόν και τρομερον όπιον του λαού, μετατρεπου­σα τον ανθρωπον σε εγκλημα­τία, επειδή πράγματι ουδείς υ­φίσταται φραγμός, εφόσον δεν υπάρχει Θεός. Ο άθεος άνθρω­πος παύει να έχει ανώτερον προορισμόν, επιδιώκων τις πά­σης φύσεως απολαύσεις. Ο υ­λισμός καταρρακώνει άτομα και έθνη. 
Αντιθέτως, η θρησκεία και συγκεκριμένως ο Χριστιανισμός εξυψώνει τον ανθρωπον, τον εμπνέει, τον ενθαρρύνει, του παρέχει ηθικόν σθένος και δύ­ναμη να αντεπεξέρχεται στη ζωή και ιδιαιτέρως σε δύσκολες και δεινές περιστάσεις. 
Δεν θα μακρυγορήσουμε α­ναφερόμενοι στην ελληνική ι­στορία. Επισημαίνεται απλώς η δύναμις της πίστεως των Ελλή­νων στην ορθόδοξη θρησκεία μας και ιδιαιτέρως στην Παναγί­α μας, προστάτιδα του Γένους και υπέρμαχο στρατηγό. 
Στα προφητικά μοιρολόγια των Ελλήνων, μετά την άλω­ση της Πόλης (1453), παρηγο­ρείται η Παναγία από τη λαϊκή μούσα «σώπασε κυρά Δέσποι­να και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι». 
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843), ο θρυλικός Γέρος του Μωρηά, εκήρυττε «ο Θε­ός υπέγραψε την ανεξαρτησία της Ελλάδος και δεν παίρνει πί­σω την υπογραφή του». Οι προ­γονοί μας επολέμησαν «για τη θρησκεία και της πατρίδος την ελευθερία» σε κορυφαίο επα­ναστατικό σύνθημα «Ελευθερί­α ή Θάνατος» και την θερμήν ι­κεσία προς την Θεοτόκο «Δεύρο μήτερ Θεού προς ημάς». 
Η Ελλάς στον Β’ Π.Π. (1939- ’45) προσέβλεπε στην βοήθει­α του Θεού και της Παναγίας μας, η δε πίστις αυτή ενίσχυσε τους Έλληνες με τεράστιες η­θικές δυνάμεις, σε σημείο μάλι­στα που κατερράκωσαν τους Ι­ταλούς του δικτάτορα Μπενίτο Μουσσολίνι (1883-1945) και ε­γράφη το έπος του ‘40. Αξιοση­μείωτος υπήρξε η στάσις του ε­θνικού κυβερνήτου Ιω. Μετα­ξά (1871-1941), ο οποίος, με­τά την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου με το ιστορικόν «ΟΧΙ», ύψωσε τους οφθαλμούς του προς τον ουρανόν και αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, προσέθεσε «ο Θεός σώζοι την Ελλάδα!». Στη συνέχεια, ο αρχι­επίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης (1881-1949), ο από Τραπεζούντος, ανελθών στα α­νάκτορα, ενώπιον του Βασιλέ­ως Γεωργίου Β’ (1890-1947) και άλλων επισήμων, απάντων γο­νατιστών, απηύθυνε προσευχή προς τον Θεό και την υπέρμα­χο στρατηγό του Γένους με την πίστη, την πεποίθηση και τη βε­βαιότητα, ότι «ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι του Θεού ημών μεγα­λυνθησόμεθα!». 
Αναφέρονται οι απόψεις του μεγάλου ιστορικού μας Κων. Παπαρρηγοπούλου (1815- 1891), κατά τον οποίο «δεν αρ­κεί μία μόνη υλική δύναμις, η οποία όμως παραδόξως κρατύ­νεται, οσάκις ελαύνεται από ι­σχυρά αισθήματα και διανοήμα­τα, διότι αυτά προσδίδουν στο έθνος ορμήν και ρώμην ακατα­μάχητον! (Ιστορία του Ελλ. Έ­θνους, τόμ. 30ς, Μέρος 1ον, σελ. 182)». Και στη συνέχει­α «ουδέποτε έθνος ηυδαιμόνη­σε και εμεγαλούργησεν εν τω κόσμω τούτω άνευ ισχυρών η­θικών ελατηρίων· το ισχυρότε­ρον πάντων των ελατηρίων εί­ναι η θρησκεία. Όλοι οι άλλοι των εθνών μοχλοί, φιλοπατρία, φιλοτιμία, φιλοδοξία, παιδεία, οικονομία κ.λπ. ηνωμένοι, δεν δύναται να αναπληρώσουν την έλλειψη της θρησκείας. Η ιστο­ρία αναφέρει έθνη υπάρξαντα διά μόνης της θρησκείας και πέ­ρα των άλλων, κατά τον μεσαί­ωνα, το Ελληνικόν (σελ. 205 α­νωτέρω)». 
Ας έλθουμε όμως, στην πε­ρίπτωση της πάλαι ποτέ Σοβιε­τικής Ενώσεως, επί των ημερών του στυγνού ερυθρού δικτάτο­ρος με το ψευδώνυμο Στάλιν (1879-1953), του Ιωσήφ Βησ­σαριόνοβιτς Τζουκασβίλι, ο ο­ποίος αυτοανεκηρύχθη στρα­τάρχης (1943) κατά την διάρ­κεια του Β’ ΠΠ (1939-1945). Η αθεία επί των ημερών του είχα φθάσει στο αποκορύφωμα της. Οι Γερμανοί μετά από κεραυ­νοβόλον προέλαση έφθασαν προ των πυλών της Μόσχας. Ο Στάλιν αντελήφθη, ότι ο άθεος Μαρξισμός δεν ήτο δυνατόν να εμπνεύσει τον ρωσσικον λαόν, ώστε να αρθεί στο ύψος που ε­πέβαλε το πατριωτικό καθήκον και να προβάλει γενναίαν α­ντίσταση προς απόκρουση του φοβερού κινδύνου και σώσει την χώραν του. Τότε ενεθυμή­θη τη θρησκεία και τους ήρωες του τσαρικού καθεστώτος. Ά­νοιξε λοιπόν τις εκκλησίες και επεστράτευσε κλήρον και λα­όν δια την άμυνα της αγίας μη­τέρας Ρωσσίας, προβάλλων τις αρρενωπές μορφές των μεγά­λων προγόνων του έθνους, ό­πως αγίους της Ρωσσικής Ορ­θοδόξου Εκκλησίας, Πρίγκι­πες και τους στρατάρχες Μιχα­ήλ Κουτούζωφ (1745-1817) και Αλέξανδρο Σουβόρωφ (1729- 1800). 
Δεν θα αναφέρουμε περι­πτώσεις από την ένδοξη χιλιε­τή ιστορία του Βυζαντίου χάριν συντομίας. Την πίστη των Βυ­ζαντινών Ελλήνων επισημάνα­με σε δημοσιευθέν άρθρο μας για την Κοίμηση της Θεοτόκου («ΕΣΤΙΑ» 14-8-2018). Η δραστη­ριότης των διά τον εκπολιτι­σμόν των διαφόρων λαών και την μετάδοση της Ορθοδοξίας είναι γνωστή. Επισημαίνουμε τις εξής περιπτώσεις: 
α) την μετάδοση του χρι­στιανισμού στους Σλάυους από τους θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλον (827-869) και Μεθό­διον (815-885) που εστάλησαν από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ (842-867), όπου τους έδωσαν και το αλφάβητον που χρησιμο­ποιείται από όλους τους ορθο­δόξους σλαυϊκούς λαούς (Ρώσ­σους, Ουκρανούς, Βουλγάρους, Σέρβους, κ.λπ.), 
β) τον ρόλο που έπαιξε η πορφυρογέννητος κόρη του αυ­τοκράτορος Ρωμανού Β’ (959- 963) και αδελφή του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου (956-1025) Άννα, όταν ήλθε στη Ρωσσΐ­α ως σύζυγος του μεγάλου η­γεμόνος των Ρώσσων Βλαδίμη­ρου (956-1015), όπου ηξίωσε τον πλήρη εκχριστιανισμο των Ρώσσων, βαπτισθεντων απά­ντων χριστιανών, έτι δε και του ιδίου του Βλαδίμηρου. 
γ) Αλλά, ακόμη και όταν δεν υπήρχε Βυζαντινόν κράτος, δύ­ο δεκαετίες μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, η πριγκίπισσα 
Ζωή-Σοφία Παλαιολόγου, α­νεψιά του μαρτυρικού αυτοκρά­τορος Κωνσταντίνου ΙΑ’ (1403- 1453), ελθούσα στη Ρωσσί­α ως σύζυγος του μεγάλου η­γεμόνος Ιβάν Γ (1440-1505) ε­νέπνευσε τους Ρώσσους κατά τους αγώνας των εναντίον των Μογγόλων, αλλά συνέβαλε και στη στερέωση του κράτους. Α­πό τότε υιοθετήθη το βυζαντι­νό έμβλημα του δικέφαλου α­ετού, αποτέλεσαν το έμβλη­μα των τσάρων, οι οποίοι εθεω­ρουν έκτοτε τους εαυτούς των ως νομίμους διαδόχους των βυ­ζαντινών αυτοκρατόρων. 
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι η θρησκεία είναι πηγή εμπνεύ­σεως και δυνάμεως, ο δε άθεος υλισμός ουδένα απολύτως δύ­ναται να εμπνεύσει. Κατά τον Γκαίτε (1749-1832) «όσοι δεν ελπίζουν σε μια άλλη ζωή εί­ναι νεκροί ακόμη και διά την ή­δη υπάρχουσα». Οι άθεοι είναι πνευματικώς νεκροί, η δε απι­στία είναι η συντομωτέρα οδός που οδηγεί τον άθεο στην κα­ταστροφή. 
Ιδιαιτέρως εμείς οι Έλληνες, οφείλουμε την ύπαρξη μας λό­γω της βαθείας πίστεως μας προς τον Θεό. Κατά τον Κων. Παπαρρηγόπουλο «το ελληνι­κόν έθνος δεν διεσώθη ει μη διά της μετά του χριστιανισμού συμμαχίας!». Τόσον το ελληνι­κό έθνος, όσον και το ελληνικό όνομα επέζησαν διά της ορθο­δόξου πίστεως και ό,τι μας έσω­σε από τον βέβαιον αφανισμόν ήτο η θρησκεία μας, η οποία θα θριαμβεύει πάντοτε στις ψυχές μας εις πείσμα των αθέων και των απίστων. 

* Ο κ. Χρίστος Φαραντάτος, είναι Υποστράτηγος ε.α. διαμέ­νων στην Αθήνα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια