Header Ads

Από τη Γαλλία έως την Αλβανία η δυσαρέσκεια της κοινωνίας βγαίνει στους δρόμους (Φ. 2005)

 



Οι διεκδικήσεις των νέων, οι καταγγελίες διαφθοράς και η αμφισβήτηση της πολιτικής εξουσίας φέρνουν στο προσκήνιο το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις απαντήσεις των κυβερνήσεων. Η Ελλάδα και το ζητούμενο της κοινωνικής συμμετοχής.

 Από τους δρόμους της Γαλλίας έως τα Τίρανα, η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκτά ένταση και ορατή παρουσία. Οι εικόνες των τελευταίων ημερών από δύο ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετική ιστορία, πολιτικές συνθήκες και κοινωνικές αφετηρίες, αναδεικνύουν ένα κοινό ζήτημα: οι κυβερνήσεις δεν αφουγκράζονται τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους, με αποτέλεσμα η δυσαρέσκεια να μετατρέπεται σε βαθύτατη κρίση εμπιστοσύνης;

Στη Γαλλία, χιλιάδες μαθητές και φοιτητές κινητοποιούνται για τις συνθήκες στα σχολεία, τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, την ποιότητα των υποδομών και τις δυσκολίες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Οι διαμαρτυρίες της 13ης Οκτωβρίου έδειξαν ότι το μαθητικό κίνημα επιδιώκει να διευρύνει την απήχησή του, συνδέοντας τα αιτήματα για καλύτερη εκπαίδευση με ευρύτερες κοινωνικές διεκδικήσεις.

Στην Αλβανία, η εικόνα είναι διαφορετική και η πολιτική διάσταση εντονότερη. Οι φοιτητικές διεκδικήσεις για το κόστος των σπουδών, τις συνθήκες στα πανεπιστήμια και τις επαγγελματικές προοπτικές συνδέονται με ένα ευρύτερο κύμα αμφισβήτησης της κυβέρνησης του Έντι Ράμα. Οι καταγγελίες για διαφθορά, οι αντιδράσεις για αμφιλεγόμενα αναπτυξιακά σχέδια και τα αιτήματα για πολιτική λογοδοσία τροφοδοτούν την ένταση εδώ και μήνες.

Μάλιστα χθες, 14 Οκτωβρίου, οι διαδηλώσεις στα Τίρανα κλιμακώθηκαν σε σοβαρά επεισόδια, με πυρκαγιές σε κυβερνητικά κτίρια και τράπεζες, συγκρούσεις με την αστυνομία και τραυματισμούς. Οι διαδηλωτές ζήτησαν την παραίτηση του πρωθυπουργού, ενώ η ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία στην Αλβανία εξέφρασε ανησυχία τόσο για την κλιμάκωση της βίας όσο και για καταγγελίες υπέρμετρης αστυνομικής αντίδρασης.

Η ένταση στην Αλβανία δεν μπορεί φυσικά να αποδοθεί αποκλειστικά σε μια φοιτητική διαμαρτυρία. Όταν τα αιτήματα για την παιδεία συναντούν την αγανάκτηση για τη διαφθορά, την οικονομική ανισότητα και την αμφισβήτηση της πολιτικής ηγεσίας, το ζήτημα αποκτά ευρύτερες διαστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνολο της αλβανικής κοινωνίας έχει την ίδια θέση ούτε ότι είναι δεδομένη η πολιτική έκβαση των κινητοποιήσεων. Δείχνει, όμως, ότι η δυσαρέσκεια για τις πολιτικές τακτικές του Ράμα, τον συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό του έχει ξεπεράσει τα όρια ενός μεμονωμένου προβλήματος.

Η διαμαρτυρία είναι δικαίωμα. Η βία, από την άλλη, δεν αποτελεί απόδειξη δικαίου. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη. Οι πολίτες έχουν αναφαίρετο δικαίωμα να διαδηλώνουν, να αμφισβητούν κυβερνήσεις και να απαιτούν λογοδοσία. Οι εμπρησμοί, οι επιθέσεις και οι καταστροφές όμως δεν πρέπει να συγχέονται με τη δημοκρατική διεκδίκηση. Αντίστοιχα, η διασφάλιση της δημόσιας τάξης δεν απαλλάσσει τις αρχές από την υποχρέωση να ενεργούν με αναλογικότητα και να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Όταν η κοινωνία αναγκάζεται να βγαίνει στους δρόμους και μάλιστα να ξεσπά σε βίαιες εκδηλώσεις, αυτό από μόνο του σημαίνει αποτυχία της εξουσίας. Κατά πόσο όμως αυτές οι διαδηλώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές αλλαγές και σε μία ισορροπία ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία; Η Ιστορία έχει δώσει τις απαντήσεις της.

Και η Ελλάδα;

Οι εξελίξεις στη Γαλλία και την Αλβανία δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορη την ελληνική κοινωνία. Σίγουρα οι Έλληνες έχουν παύσει να διεκδικούν διαδηλώνοντας τόσο έντονα όσο στο παρελθόν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η κοινωνία μας παραμένει αδρανής. Οι μαζικές κινητοποιήσεις για την τραγωδία των Τεμπών απέδειξαν ότι η απαίτηση για δικαιοσύνη, διαφάνεια και λογοδοσία μπορεί να κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακολουθεί. Πώς διατηρείται η κοινωνική συμμετοχή πέρα από τις μεγάλες συγκεντρώσεις; Πώς η αγανάκτηση μετατρέπεται σε σταθερή απαίτηση για καλύτερους θεσμούς, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση και μεγαλύτερη διαφάνεια; Και πώς οι νέοι μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους, όχι διαμαρτυρόμενοι μόνο, αλλά διεκδικώντας ουσιαστικό ρόλο στη δημόσια ζωή;

Η ευθύνη, βεβαίως, δεν ανήκει μόνο στους πολίτες. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να αντιλαμβάνονται τα μηνύματα της κοινωνίας, να απαντούν με έργα και να μην αντιμετωπίζουν κάθε κριτική ως απειλή. Η εμπιστοσύνη δεν εξασφαλίζεται με δηλώσεις, αλλά οικοδομείται μέσα από τη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία και την επίλυση προβλημάτων που επηρεάζουν την καθημερινότητα.

Για την Αλβανία, η πρόκληση έχει και ευρωπαϊκή διάσταση. Η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κρίνεται μόνο από τις διαπραγματεύσεις και τις πολιτικές διακηρύξεις, αλλά και από την πρόοδο στη λειτουργία των θεσμών, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς και στην προστασία των δικαιωμάτων. Για τη Γαλλία, το ζητούμενο είναι να αντιμετωπιστούν οι εκπαιδευτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις χωρίς να διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα στους νέους και την πολιτεία.

Οι δρόμοι των δύο χωρών στέλνουν διαφορετικά μηνύματα, αλλά θέτουν ένα κοινό ζήτημα για την Ευρώπη: οι κοινωνίες δεν μπορούν να στηρίζονται επ' αόριστον στην υπομονή των πολιτών τους, όταν οι προσδοκίες τους μένουν αναπάντητες.

Η δημοκρατία δεν απειλείται από τη διαφωνία. Δοκιμάζεται όταν η διαφωνία δεν βρίσκει απάντηση. Και η ευθύνη της πολιτικής είναι να αποδεικνύει, με πράξεις και όχι μόνο με λόγια, ότι ακούει τους πολίτες.

ΠΕΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια