Header Ads

Ποιός θα βγάλει τελικά την Ελλάδα από την Εντατική; (Α) (Φ. 1996)

 

 

Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα * 

Όσο πλησιάζουμε προς τον χρόνο των επομένων βουλευτικών εκλογών πληθαίνουν συνεχώς τα διλήμματα ή ερωτήματα, που θέτουν πολλοί υποψήφιοι στον Ελληνικό Λαό, για να προβληματιστεί και να αποφασίσει σωστά, σε ποιόν θα δώσει τελικά την εξουσία να τον κυβερνήσει. Το κρίσιμο όμως ερώτημα, που θα έπρεπε να μάς απασχολεί όλους, άσχετα από την κομματική προτίμηση, που έχει ο καθένας από εμάς, είναι ένα: Εάν θα βγει τελικά η Ελλάδα από την Εντατική, στην οποία την έχουν βάλει όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές παρατάξεις με την πολιτική που ακολούθησαν κατά την περίοδο της κυβερνητικής τους θητείας. Στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) εισάγεται, ως γνωστόν, κάποιος ασθενής, ο οποίος πάσχει από ένα ή πολλά σοβαρά νοσήματα ταυτοχρόνως, που εγκυμονούν κίνδυνο για την ζωή του, και χρειάζονται γι’ αυτό άμεση και καθημερινή συστηματική αντιμετώπιση. Η Ελλάδα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι μια χώρα, που νοσεί διαχρονικώς από πολλά και σοβαρά νοσήματα, τα οποία επιδεινώνονται και πολλαπλασιάζονται συνεχώς. Αυτός λοιπόν ο εθνικός μας «ασθενής» έχει εισέλθει προ πολλού στην Εντατική. Και θα περιμέναμε από τα κόμματα εξουσίας (Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά του Τίποτα), που γνωρίζουν, πώς και γιατί εισήλθε η Ελλάδα στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, πέρα από τις άλλες συνήθεις εξαγγελίες τους, που αποβλέπουν στην οικονομική βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του Ελληνικού Λαού και στην θεσμική θωράκιση του δημοκρατικού μας πολιτευματος με την διασφάλιση του δίκαιοκρατούμενου χαρακτήρα τους,    να περιείχαν  στα προεκλογικά τους προγrάμματα πρωτίστως και κάποιες εξαγγελιες για τον τρόπο, με τον οποίο προτίθενται να πολιτευθούν, ώστε να εξέλθει τελικώς η Ελλάδα από την Εντατική, στην οποία είναι καθηλωμένη. Ας δούμε εδώ μερικά από τα πιο βαρειά νοσήματα, που  ωδήγησαν την χώρα στην Μ.Ε.Θ.

Μνημονεύουμε εδώ πρωτίστως το οξύ δημογραφικό πρόβλημα, που πλήττει ανελέητα τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα και την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση, εάν δεν αντιμετωπισθεί άμεσα. Η εξέλιξη αυτή είναι φυσικό επακόλουθο της ατεκνίας ή ολιγοτεκνίας, που χαρακτηρίζει τις σημερινές οικογένειες σε αντίθεση με τις οικογένειες των παλαιοτέων εποχών, που υπηρετούσαν ενσυνείδητα την πολυτεκνία, παρά την φτώχεια που εμάστιζε την ελληνική κοινωνία. Μπορώ να αναφέρω εδώ ένα παράδειγμα από την οικογενειακή μου παράδοση: Ο γεννάρχης της οικογενείας μου από την πατρική γραμμή κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας είχε 21 παιδιά. Στους ίδιους υψηλούς δείκτες πολυτεκνίας συνεχίστηκε η παράδοση της οικογενείας και στα μεταγενέστερα χρόνια. Ο παππούς μου από την ίδια πατρική γραμμή είχε 16 παιδιά, ενώ ο αείμνηστος πατέρας μου είχε 5 παιδιά, όσα είχαν περίπου όλες οι πολύτεκνες οικογένειες της εποχής του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφέρει κάποιος άλλα παραδείγματα, για να πείσει ότι οι πολύτεκνες οικογένειες της παραδοσιακής Ελλάδος ήσαν οι αληθινοί «αιμοδότες» του Έθνους.

Η πολυτεκνία άρχισε να εξαφανίζεται σιγά-σιγά από την ελληνική οικογένεια, μόλις άλλαξαν οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, που την συντηρούσαν. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η πολυτεκνία ήταν συνυφασμένη με την ζωή στο χωριό και με τις μικρές πόλεις, που κρατούσαν την γυναίκα μέσα στο σπίτι, όπου μπορούσε να γεννά και να μεγαλώνει παιδιά, αφού οι μικρές κοινωνίες την εποχή του αγροτο-κτηνοτροφικού και μεταπραττικού χαρακτήρα της οικονομίας της χώρας μας δεν προσέφεραν στην γυναίκα ευκαιρίες απασχόλησης εκτός σπιτιού. Τέτοιες δυνατότητες εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά με την μετάβαση στην βιομηχανική εποχή, που χαρακτηρίζεται από την ίδρυση και λειτουργία στις δύο μεγάλες πόλεις της χώρας (Αθήνα και Θεσσαλονίκη) των πρώτων εργοστασίων, τα οποία εχρειάζοντο εργατικά χέρια, για να λειτουργήσουν. Προσέφεραν λοιπόν πολλές θέσεις εργασίας, ανεξαρτήτως φύλου, οι οποίες απετέλεσαν τον μαγνήτη, που τράβηξε τους κατοίκους των χωριών και των μικρών πόλεων στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Έτσι εδημιουργήθηκε ο πληθυσμιακός υδροκεφαλισμός της Ελλάδος στις δύο μεγάλες πόλεις της, ιδίως στην Αθήνα, στην οποία συγκεντρώθηκε ο μισός πληθυσμός της χώρας και ερήμωσαν τα χωριά. Ήταν η εποχή που ο γυναικείος πληθυσμός της Ελλάδος έπαψε πια να είναι ο κορμός του οικογενειακού προγραμματισμού, όπως ήταν παλιότερα στα χωριά, και έγινε μέτοχος της έγνοιας  διασφάλισης δια της εργασίας ενός αξιοπρεπούς εισοδήματος για την επιβίωση της οικογένειας.  Όσο μεγαλύτερος ήταν ο χρόνος απουσίας της γυναίκας από το σπίτι για να εργασθεί, τόσο μικρότερος ήταν ο αριθμός των παιδιών, που μπορούσε να μετρήσει κάποιος μέσα στην οικογένεια. Η μετάλλαξη της πολύτεκνης παραδοσιακής οικογένειας ήταν νομοτελειακή εξέλιξη της μεταβολής των κοινωικο-οικονομικών σνθηκών, που σημάδεψαν βαθειά τον χαρακτήρα της οικογένειας στα ύστερα χρόνια της νεώτερης Ελλάδος.

Πέρα όμως από την βαθμιαία μεταβολή της δομής της οικογένειας, η παραδοσιακή πολυτεκνία της Ελλάδος επηρεάσθηκε αρνητικά από την αλλοίωση των θεσμών της, που λειτουργούσαν υποστηρικτά προς την γέννηση πολλών παιδιών. Μνημονεύω εδώ χαρακτηριστικά την ψήφιση το 1983 του βρεφοκτόνου νόμου, που αποποινικοποιούσε την τιμωρία των αμβλώσεων. Η θεσμική αυτή αλλαγή υπαγορεύθηκε με την επίκληση του δικαιώματος της γυναίκας, που έμεινε έγκυος, να αποφασίζει, αν θα κρατήσει ή θα απορρίψει το παιδί, που φέρει μέσα της, αφού σύμφωνα με την θεωρητική θεμελίωση, που υπαγόρευσε την σχετική θεσμική αλλαγή, ο κυοφορούμενος είναι συστατικό του σώματος της γυναίκας! Και αυτή είναι αποκλειστικά αρμοδία να αποφασίζει  για την τύχη του παιδιού, που βρέθηκε μέσα στα σπλάχνα της. Ο δικαιωματισμός, που διαφεντεύει σήμερα την Ελλάδα, στην πιο αρρωστημένη  μορφή του!. Η γυναίκα δεν μπορεί να ορίζει ούτε την δική της ζωή, η οποία δεν είναι ασφαλώς αποτέλεσμα κάποιας ευνοϊκής συγκυρίας, που άνοιξε το κεφάλαιο της ζωής της, αλλά τής δόθηκε ως δωρεά του Θεού. Τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η εν κυήσει ζωή. Και αυτή αποτελεί δωρεά του Θεού. Ο κυοφορούμενος είναι η Ιερή Παρακαταθήκη του Θεού μέσα στα απλάχνα της εγκυμονούσης και η εγκυμονούσα είναι ο θεματοφύλακας αυτής της παρακαταθήκης. Όπως ο θεματοφύλακας δεν έχει δικαιωμα, κατά το Αστικό Δίκαιο, να απαλλοριώσει το αντικείμενο της παρακαταθήκης, τιμωρούμενος σε αντίθετη περίπτωση, έτσι και η εγκυμονούσα δεν έχει δικαίωμα να σκοτώσει την εν κυήσει ζωή, που έβαλε ο Θεός στα σπλάχνα της, τιμωρούμενη και αυτή, εάν προβεί στην θανάτωση του κυοφορούμενου. Τα περί του κυοφορούμενου ως συστατικού του σώματος της εγκυμονούσης και περί δικαιώματος αυτής να προβεί στην αφαίρεση αυτού από το σώμα της αποτελούν πεπλανημένες νομικά θεωρίες, που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Θα χρειασθεί όμως να επανέλθουμε, για να συνεχίσουμε την προβληματική του άρθρου αυτού. 

 

 

*O Αλέξανδρος Π.Κωστάρας, είναι

Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Δεν υπάρχουν σχόλια