Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1955)
Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ
Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*
Έλεγαν παληά για τους άρχοντες, τους αφεντάδες, τους καπεταναίους και γενικώς γι’ αυτούς που είχαν ένα αξίωμα, που τους ξεχώριζε από τον υπόλοιπο λαό, πως πάνε καβάλα στις δουλειές τους, εννοώντας αφ’ ενός πως είχαν την πολυτέλεια να κατέχουν ζωντανό που τους κουβαλούσε (άλογο ή μουλάρι) και αφ’ ετέρου πως δεν ήθελαν να ιδρώσουν, να κουραστούν.
Έλα όμως που σήμερα η ζωή όλων μας τείνει να γίνει «καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε…» (δημοτικό των Κολοκοτρωναίων), που σημαίνει πως έχει γίνει ιδιαιτέρως και ίσως μόνον καθιστική και πως δεν κουνιόμαστε καθόλου, δεν γυμναζόμαστε και έχουμε γίνει πλαδαροί και μαλθακοί.
Πρόσχημα, όπως αντιλαμβάνεστε, ήταν όλη αυτή η εισαγωγή, για να ετυμολογήσω την καβάλα, το κάθισμα κ.ά.
Η καβάλα, λοιπόν, είναι σύνθετη λέξη εκ του κατά+βάλλω. Καβάλλης επί ανθρώπων είναι ο εργάτης και επί ζώων (ίππος) είναι ο αχθοφόρος. Το κατά στην Δωρική ήταν κα (καβαίνω >καταβαίνω). Άρα η λέξη δείχνει την πράξη, το μέσον, δια του οποίου κάποιος μετακινείται, χωρίς ο ίδιος να περπατά.
Οι ξένες γλώσσες, για να εκφράζουν την καβάλα, έχουν επικεντρωθεί καθαρά και μόνον στην ιππασία, παίρνοντας την ρίζα εκ του ελληνικού ίκκος (= ίππος, αρχικώς ίκFος. Το ρήμα αφ-ίκομαι σήμαινε κυριολεκτικώς έρχομαι επί ίππου. «Δια του ίππου αφίκοντο»). Οι Λατίνοι είπαν τον ίππο equus και equester τον ιππικό. Οι Γάλλοι είπαν την ιππασία equitation, οι Ιταλοί equitazione, οι Ισπανοί equitacion, και οι Άγγλοι equitation.
Το κάθισμα έχει την ρίζα του στο έδαφος [ευφ. ε + δα (=γη) + άπτω (αφή), αυτό που άπτεται της γης], χωρίς το άπτω αλλά με την προήγηση της πρόθ. κατά. Το κάνω πιο λιανά: Έδος (με δασεία) είναι το κάθισμα. Σύμφωνα με τον Ησύχιο, το κάθισμα είναι σέλλα (όπως την λέμε κι εμείς σήμερα) με την δασεία να αποδίδεται με σ. Σ-έδ-λα >σέλλα, με δλ>λλ. Το έδος έδωσε το ρ. έζομαι, με δ>ζ, που σημαίνει καθίζω τον εαυτό μου. Αν βάλλουμε στην αρχή την πρόθεση κατά, έχουμε κατ-έζομαι >καθέζομαι, με τ>θ λόγω δασείας, και ε>ι, προκύπτει το καθίζω, κάθισμα.
Οι ξένες γλώσσες χρησιμοποίησαν επακριβώς τις κατάλληλες ελληνικές λέξεις και συγκεκριμένα το επίρ. άντα (=απέναντι, ίσια επάνω, κατ’ ευθείαν) + έζομαι, από την λογική του οποίου πρόκυψε το καθέζομαι (κατά+έζομαι). Οι Λατίνοι είπαν το παρακάθομαι ad+sedeo, ad+ sido το καθίζω και sedicum το κάθισμα. Οι Γάλλοι το κάθομαι asseoir (ad + seoir) και το κάθισμα siege, οι Ιταλοί αντιστοίχως sedere και seggio, sedia, οι Ισπανοί sentar και asiento, οι Άγγλοι seat και settee, και οι Γερμανοί setzen και Sitz.
Συνήθως οι αρχόντοι και οι λοιποί …τεμπέληδες δεν πιάνουν τίποτα οι ίδιοι. Τους τα φέρνουν οι άλλοι.
Το πιάνω, όσο κι αν σας κάνει εντύπωση, προέρχεται εκ του …βιάζω, ρήμα που προέκυψε εκ του πιάζω-πιέζω (=βαρύνω, πλακώνω, στενοχωρώ, πιάνω), με π>β και α>ε και τελικώς με ζ>ν = πιάνω.
Κι αυτοί οι αρχόντοι που λέμε, πάλι συνήθως δεν κατέχουν γρυ από τις λαϊκές συνήθειες, περικλεισμένοι κι αποκλεισμένοι στον γυάλινο πύργο τους.
Το γρυ αποτελεί ονοματοποιία εκ της φωνής του χοίρου (γρ, γρ, γρ), με το ρήμα που περιγράφει αυτήν την κραυγή να είναι το γρύζω (=κάνω γρυ, λέω κάτι ασήμαντο). Υπάρχει και η έκφραση «ουδέ γρυ», που σημαίνει ούτε συλλαβή, ασήμαντο πράγμα.
Η πλάκα είναι όταν δοκίμασα να βάλω την λέξη να μεταφραστεί στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Άλλα αντ’ άλλων…!! Ελληνική γλώσσα, μοναδική!!
Είναι προφανές πως αυτοί χάνουν, που δεν ξέρουν τις λαϊκές συνήθειες, όπως τα ψητά στην θράκα, στα κάρβουνα, τις βούτες στο λάδι της σαλάτας και το φαΐ με τα χέρια, ενώ αυτοί τρώνε με χρυσά μαχαιροπήρουνα και με κανόνες savoir vivre και …ματσαλείν! Μη μου πείτε ότι τους ζηλεύετε; Τα χρήματά τους, ναι, αλλά τους τρόπους, όχι…
Ας δούμε η θράκα πόθεν;
Αποτελεί λαϊκή προφορά ή παραφθορά, αν προτιμάτε, της λέξεως άνθραξ, η οποία ετυμολογείται εκ του ανά + θέρω + άγω (μέλ. άξω), διότι άγει ξανά την θερμότητα, αφού πριν υπήρξε ξύλο που θερμάνθηκε για να γίνει κάρβουνο.
Εδώ οι ξένοι κάνουν σύγχυση με την σκόνη και παίρνοντας την ελληνική λέξη, κόνις, οι μεν Λατίνοι την λένε cinis, οι Γάλλοι cendre, οι Ιταλοί cenero, οι Ισπανοί ceniza, και οι Άγγλοι cinder (cinderella = σταχτοπούτα).
Άντε, παιδιά, βάλτε κάνα κοψίδι στην θράκα, να πάνε κάτω τα φαρμάκια, και δώστε στους ξένους την …στάχτη!!
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο