Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1879)

 

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –85

 

    Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*

 

 Δεν ξέρω, αγαπητοί μου αναγνώστες, αν το έχετε αντιληφθεί αλλά ο κόσμος μας δεν βαδίζει καθόλου καλά. Όπου και να κυττάξεις θα δεις ταραχές, πολέμους, φυσικές(;;) καταστροφές, τρομοκράτηση των πάντων από τα καθεστωτικά Μέσα του πλανήτη, μηδέ των δικών μας αθλίων εξαιρουμένων, και αντιστροφή της πραγματικότητος και της φύσεως, η οποία εμφανίζεται με μανδύα μοντέρνων και προωθημένων απόψεων, που εμείς οι «μισόχαζοι», οι «ομοφοβικοί», οι «φασίστες», οι «εθνικιστές» δεν αντιλαμβανόμαστε και δεν συμπράττουμε με ζήλο.

 

Και να σκεφτείτε πως η λέξη κόσμος σημαίνει στολίδι. Ωραία όντως λέξη, της οποίας η ετυμολογία είναι εξίσου όμορφη με την σημασία της. Πρόκειται για το ρήμα κομίζω (=φροντίζω, περιποιούμαι, επιμελούμαι, δέχομαι, φέρω, μεταφέρω, οδηγώ, χορηγώ, προσφέρω), που έχει προκύψει εκ δύο ρημάτων, του κάμνω (από το οποίο έχει δανειστεί την ρίζα καμ-, του αορ. β΄, έ-καμ-ον, με α>ο) και του είμι ή ίημι, με ρίζα ι-. Το ρήμα κοσμέω-ώ, από το οποίο έχει προκύψει ο κόσμος, δημιουργήθηκε εκ του μέλλοντος του κομίζω, κομίσω, με μετάθεση και σημαίνει τακτοποιώ, παρατάσσω (στρατό), κυβερνώ, διοικώ, φροντίζω, στολίζω, καλλωπίζω, ενδύω. Κομίσω >κοσμίω >κοσμέω >κόσμος, το (υποτιθέμενο) στολίδι, όπου ζούμε.

 

Την έννοια της φροντίδας και του καλλωπισμού δανείστηκαν οι ευρωπαϊκές γλώσσες, για να εκφράσουν τον δικό τους «κόσμο». Συγκεκριμένα εκ της ελληνικής λέξεως μενθήρη (=φροντίδα, καλλωπισμός, του ρήματος μενθηρίζω, όπερ εκ του μανθάνω, με α>ε) οι Λατίνοι είπαν τον κόσμο mundus (=καθαρός, καλλωπισμός, κόσμημα), οι Γάλλοι monde, οι Ιταλοί mondo, οι Ισπανοί mundo, οι Άγγλοι mundane (=γήινος), και οι Γερμανοί mondän.  

 

Τα πρόσωπα της επικαιρότητος, εκτός των καθημερινών δολοφονιών ανθρώπων, είναι οι αγρότες μας, που συνήθως κάθε τέτοια εποχή θυμούνται πως υποφέρουν από τα μέτρα που (δεν) παίρνει η Κυβέρνηση και εξανίστανται, διεκδικώντας λύση στα αιτήματά τους. Όλη αυτή η κινητοποίηση και το όνομα που φέρουν προέρχονται από το πολύ σπουδαίο ηχομιμητικό ρήμα, άγω (ααα, ααα, φωνάζει ο τσοπάνης στα ζώα του για να τα κατευθύνει), που περιγράφει ακριβώς την κραυγή του, με την κατάληξη, , για να γίνει ρήμα, και την παρεμβολή του γ, για λόγους ευφωνίας. Αν τώρα στο άγω προσθέσουμε την άρουρα (=γη, χώμα), έχουμε το άγ(ω)+άρ(ουρα) >αγαρός >αγρός και αγρότης αυτός που δουλεύει, που καλλιεργεί τον αγρό.

 

Το αξιοσημείωτο με τις ευρωπαϊκές γλώσσες είναι πως χρησιμοποιούν διάφορες λέξεις για να εκφράσουν κομμάτια από την όλη καλλιέργεια της γης. Έτσι, για την γεωργία χρησιμοποιούν σύνθετη λέξη από το αγρός και το καλλιεργώ. Οι Λατίνοι την λένε agriculture (ager=αγρός + colo= καλλιεργώ), οι Γάλλοι agriculture, οι Ιταλοί agricoltura, οι Ισπανοί agricultura, οι Άγγλοι agriculture και οι Γερμανοί Agrikultur. Το πρώτο συνθετικό είναι εμφανές πως είναι ο ελληνικός αγρός. Το δεύτερο όμως είναι δανεισμένο από το ελληνικό ρήμα κολέω, που απαντάται συνήθως εν συνθέσει (π.χ. βου-κόλος), κι αυτό εκ του πέλω, συγγενές του κέλλω, με όλα τα ρήματα να δείχνουν κίνηση, ενέργεια. Οι Λατίνοι το θεραπεύω, υπηρετώ, καλλιεργώ, το λένε colo, όπως προείπαμε, την καλλιέργεια cultor (τον γεωργό colonus =κόλων-νος). Εκείθεν οι Γάλλοι cultiver και culture αντιστοίχως, οι Ιταλοί coltivare και cultura, οι Ισπανοί cultivare και cultura, οι Άγγλοι cultivate και culture και οι Γερμανοί Kultivieren και Kultur. Η έννοια της καλλιέργειας, αργότερα έλαβε και μεταφορικό χαρακτήρα και σήμερα σημαίνει την πνευματική καλλιέργεια, άρα τον πολιτισμό, που σήμερα δηλώνεται και χρησιμοποιείται ευρέως με το αντιδάνειο κουλτούρα, με ασφαλές της δείγμα να αποτελούν οι …αγρότες.

 

Υπάρχει και μια άλλη λέξη που έχει μεν σχέση με τον αγροτικό τομέα, δηλώνει όμως και τους χαζοβιόληδες, που λειτουργούν ως τα συμπαθή και νοστιμώτατα τετράποδα, τα ερίφια, τα κατσικάκια, δηλαδή.

Παρ’ ότι δεν υπάρχει σαφής προέλευση-ετυμολογία της λέξεως, εικάζω πως προέρχεται εκ του ελαφρός (ευφ. ε + επιτατ. λα + φέρω), που σημαίνει τον μικρού βάρους, τον ευκίνητο, τον εύκολο, και μεταφορικώς τον μικρόνου, τον απερίσκεπτο, ιδιότητες που ταιριάζουν στο νεαρό κατσικάκι. Όμοιες ιδιότητες χαρακτηρίζουν και το νεαρό ελάφι (έ-λα-φος), που είναι της ίδιας ετυμολογίας. Αν διατηρήσουμε το ε και προβούμε στην συνήθη τροπή του λ>ρ, με α>ι, παίρνουμε το έ-ρι-φος (υποκοριστικό ερίφιον). Στο λεξικό Hofmann, και στο λήμμα έριφος, υπάρχει η πληροφορία πως η λέξη ετυμολογείται εκ του ερι- (χωρίς να επεκτείνεται στην ακριβή ετυμολογία) και το επίθημα -φος, «οἷον (αυτό που υπάρχει) ἐν τῇ λέξει ἔλαφος».

Στο Λεξικό όμως του Ησύχιου παραδίδεται η πληροφορία πως έριφος είναι «ὁ μικρὸς αξ, ὁ ἐν τῷ ἔαρι φαινόμενος, ἤγουν ὁ πρώιμος», πράγμα που μας οδηγεί σε άλλον ετυμολογικό δρόμο και εν προκειμένω στο έαρ (=άνοιξη) + φαίνομαι, όταν δηλαδή αναπτύσσονται τα νεαρά κατσικάκια, φύγουν απ’ την φροντίδα της μάνας τους και τα βλέπουμε να βγαίνουν μόνα τους στο ύπαιθρο. Στο ίδιο λήμμα ο Διόνυσος αναφέρεται και με το προσωνύμιο ερίφιος.

 

Καλά είναι τα ερίφια, αγαπητοί μου, αλλά ας μην τα μιμούμαστε στην ελαφρότητα και την απερισκεψία. Ούτε να υπακούουμε χωρίς σκέψη στους σύγχρονους τσοπάνηδες, που μας οδηγούν στον γκρεμό, επειδή εκ του …υπερπορδίσματος παράγουμε πολύ διοξείδιο και προκαλούμε την …κλιματική αλλαγή!        

 

Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών

vlaxojohnmes@gmail.com  

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια