Η «καλή θέληση» της Άγκυρας και οι ελληνικές κυριαρχικές αρμοδιότητες (Φ. 2006)
Η Τουρκία δεν μπορεί να εμφανίζεται ως διαλλακτική, όταν ζητά από την Ελλάδα να ενημερώνει γραπτώς για τις ενέργειές της στις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως διαπραγματεύσιμα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου αποκαλύπτουν μια γνώριμη τακτική της Άγκυρας: τη διατύπωση θέσεων με τον μανδύα της συνεργασίας, ενώ παράλληλα επιχειρείται η διατήρηση των τουρκικών διεκδικήσεων ως παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε ελληνική πρωτοβουλία.
Η Τουρκία δεν προβάλλει αντιρρήσεις σχετικά με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, όπως δήλωσε ο Χακάν Φιντάν, υπό την προϋπόθεση όμως γραπτής ενημέρωσης για τις θαλάσσιες έρευνες. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της εφημερίδας «Τα Νέα», στο πλαίσιο ομιλίας του στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, τόνισε χαρακτηριστικά: «Εμείς δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις». «Συζητήσαμε γι’ αυτό με τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και τον πρόεδρο κ. Μακρόν. Ο πρόεδρός μου έθεσε το θέμα στη Νέα Υόρκη, κατά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη. Χαρακτήρισε το έργο αξιόλογο, λέγοντας ότι θα προτιμούσα να αγοράζετε ηλεκτρική ενέργεια από εμάς αντί να τη μεταφέρετε από απόσταση 2.000 χιλιομέτρων, δαπανώντας πάνω από 2 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια, μπορώ να παρέχω από απόσταση μόλις 70 μιλίων από την ηπειρωτική Τουρκία νερό, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο, από τα οποία θα μπορούν να επωφεληθούν όλοι: Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και ολόκληρος ο πληθυσμός. Δεν έχουμε ακόμη θίξει το ζήτημα των αμφισβητούμενων υδάτων στο Αιγαίο. Αυτό που ζητάμε είναι, όταν ένα πλοίο διεξάγει έρευνες στη θάλασσα, να μας αποστέλλει μια γραπτή ειδοποίηση, όχι απλώς προφορική, στην οποία να αναφέρει: “Πρόκειται να προβούμε σε συγκεκριμένες ενέργειες στη συγκεκριμένη περιοχή, ορίστε οι συντεταγμένες”. Αυτό είναι το μόνο που ζητάμε. Τίποτα περισσότερο. Δεν θέλουμε να διαταραχθεί το status quo, ούτε να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο με εντελώς λανθασμένο τρόπο, το οποίο θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα και για τις δύο πλευρές…».
Η Τουρκία δηλώνει ότι δεν αντιτίθεται στο έργο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα ενημερώνεται εγγράφως για τις θαλάσσιες έρευνες, με συγκεκριμένες περιοχές και συντεταγμένες. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η ενημέρωση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαδικασία αναγνώρισης δικαιώματος της Τουρκίας να ελέγχει ή να εγκρίνει τις ελληνικές ενέργειες. Άλλο πράγμα η συνεννόηση, όπου αυτή είναι αναγκαία, και εντελώς διαφορετικό η δημιουργία μιας πρακτικής που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδοχή τουρκικών αξιώσεων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιμονή του κ. Φιντάν στη διατήρηση του σημερινού status quo. Ποιο status quo, όμως; Εκείνο που η Άγκυρα επιδιώκει να παγιώσει μέσα από τις δικές της διεκδικήσεις; Η ειρηνική επίλυση των διαφορών είναι αυτονόητα επιθυμητή. Δεν μπορεί, ωστόσο, να σημαίνει πάγωμα της άσκησης νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων ούτε αποδοχή τετελεσμένων που επιχειρεί να επιβάλει η άλλη πλευρά.
Ανάλογη είναι η προσπάθεια υποβάθμισης της απειλής πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Το γεγονός ότι η απειλή αυτή προέρχεται από απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και όχι από έναν τυπικό νόμο δεν αλλάζει την ουσία της. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως φυσιολογικό δεδομένο μια απειλή χρήσης βίας σε περίπτωση άσκησης δικαιώματος που προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η χώρα μας έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τον διάλογο και τη συνεργασία με τους γείτονές της. Έχει, όμως, εξίσου ισχυρό λόγο να προστατεύει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, χωρίς να επιτρέπει τη δημιουργία προηγουμένων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εις βάρος της στο μέλλον.
Η καλή γειτονία δεν οικοδομείται με προϋποθέσεις που θέτει μονομερώς η μία πλευρά. Και η συνεργασία δεν μπορεί να απαιτεί από την Ελλάδα να λογοδοτεί στην Τουρκία για την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της.

Αφήστε ένα σχόλιο