Header Ads

Πίσω από τις εικόνες, ποια είναι η αλήθεια; (Φ. 2006)

 


Από τη Γαλλία, την Ισπανία και την Αλβανία έως την Ελλάδα, οι κοινωνικές αντιδράσεις φέρνουν στο προσκήνιο την αγωνία μιας γενιάς για το αύριο. Την ίδια ώρα, οι καταγγελίες για κατασκευασμένες εικόνες και χειραγώγηση της πληροφορίας αναδεικνύουν την ανάγκη να ερευνούμε όσα βλέπουμε, να διασταυρώνουμε όσα ακούμε και να αναζητούμε την πραγματικότητα πέρα από το φαίνεσθαι.

  




«Υπήρξε χειραγώγηση της πληροφορίας […] Κυκλοφόρησαν εικόνες δημιουργημένες με τεχνητή νοημοσύνη, που έδειχναν σκηνές οι οποίες δεν συνέβησαν ποτέ στη Γαλλία. Υπήρξαν άνθρωποι που ισχυρίστηκαν ότι η χώρα μας είχε κατακλυστεί από ορδές μεταναστών και ισλαμιστών, κάτι που είναι απολύτως ψευδές».

Με αυτή τη δήλωση, στις 21 Οκτωβρίου, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έθεσε μια διάσταση των πρόσφατων ταραχών στη Γαλλία που ξεπερνά τα ίδια τα γεγονότα: τη μάχη για τον έλεγχο της πληροφορίας και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Η δήλωσή του δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη για την προέλευση κάθε εικόνας ή την ακρίβεια κάθε ισχυρισμού. Θέτει, ωστόσο, ένα ερώτημα που πρέπει να μάς απασχολεί: πόσα από όσα βλέπουμε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πόσα αποτελούν μια επιλεγμένη, παραποιημένη ή ακόμη και κατασκευασμένη εκδοχή της;

Μια γενιά που δεν αρκείται στις υποσχέσεις

Από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έως την Αθήνα και τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι δρόμοι γίνονται ξανά χώρος έκφρασης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Οι νέοι αμφισβητούν, διεκδικούν, αντιδρούν. Άλλοτε διαμαρτύρονται για το κόστος ζωής, άλλοτε για τις ευκαιρίες που στερούνται, άλλοτε για την Παιδεία, την εργασία και τις προοπτικές που τους προσφέρει η κοινωνία στην οποία μεγαλώνουν.

Δεν είναι δυνατόν να αποδίδονται όλες αυτές οι κινητοποιήσεις σε μία κοινή αιτία ούτε να θεωρούνται όλες όμοιες. Είναι, όμως, λάθος να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως ενοχλητικές αναταραχές ή ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.

Όταν μια γενιά αισθάνεται ότι οι υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της, η πολιτεία οφείλει να ακούσει. Να αναζητήσει τις αιτίες της αγανάκτησης, να εξετάσει τις ευθύνες της και να απαντήσει με συγκεκριμένες πολιτικές, όχι με εύκολες διαβεβαιώσεις.

Από την άλλη -το γράψαμε και στο προηγούμενο πρωτοσέλιδο της Φωνής της Κορινθίας (φύλλο 2005/15.10.2026)- η διαμαρτυρία είναι δικαίωμα. Δεν αποτελεί, όμως, άλλοθι για τη βία, τις καταστροφές και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των άλλων. Η δημοκρατία προϋποθέτει ελευθερία έκφρασης, αλλά και σεβασμό στη νομιμότητα.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να καταδικάσουμε ή να δικαιώσουμε συλλήβδην όσους βγαίνουν στους δρόμους. Είναι να κατανοήσουμε τι τους οδηγεί εκεί, να διακρίνουμε τα πραγματικά αιτήματα από τις σκοπιμότητες και να μην επιτρέψουμε σε κανέναν να αξιοποιήσει την κοινωνική αγανάκτηση για στόχους ξένους προς αυτήν.

Όταν η εικόνα γίνεται όπλο

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση, εξίσου κρίσιμη. Οι πολίτες δεν καλούνται πλέον μόνο να αξιολογήσουν όσα συμβαίνουν γύρω τους. Καλούνται να εξακριβώσουν αν αυτό που βλέπουν συνέβη πράγματι, πότε συνέβη, πού συνέβη και ποιος το παρουσιάζει με τον συγκεκριμένο τρόπο.

Μια φωτογραφία μπορεί να είναι πραγματική, αλλά να αφορά άλλο τόπο ή άλλη χρονική στιγμή. Ένα βίντεο μπορεί να είναι αυθεντικό, αλλά να έχει αποκοπεί από το πλαίσιο που εξηγεί τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. Μια κατασκευασμένη εικόνα μπορεί να διαδοθεί ταχύτερα από οποιαδήποτε διάψευση. Και ένας ισχυρισμός, ακόμη κι αν δεν αποδεικνύεται, μπορεί να έχει ήδη προκαλέσει φόβο, θυμό και πολιτικές αντιδράσεις μέχρι να ελεγχθεί.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, η συζήτηση για εικόνες που αποδόθηκαν στην τεχνητή νοημοσύνη και για ισχυρισμούς περί μαζικής εισβολής μεταναστών ανέδειξε ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο.

Η τεχνολογία, βέβαια, δεν δημιούργησε την προπαγάνδα. Της έδωσε, όμως, νέα μέσα, μεγαλύτερη ταχύτητα και τη δυνατότητα να απευθύνεται ταυτόχρονα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται πλέον να πείσει τους πάντες. Αρκεί να σπείρει αμφιβολία, να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες προκαταλήψεις ή να προκαλέσει τόσο μεγάλη σύγχυση ώστε ο πολίτης να πάψει να αναζητά τι πραγματικά συνέβη.

Και τότε η ζημιά έχει ήδη γίνει.

Η ιστορία έχει προειδοποιήσει

Όποιος θεωρεί ότι η χειραγώγηση της ενημέρωσης αποτελεί αποκλειστικά προϊόν της σημερινής ψηφιακής εποχής αγνοεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας.

Το 1975, η αμερικανική Γερουσία συγκρότησε την ειδική επιτροπή που έμεινε γνωστή ως Επιτροπή Τσερτς, για να διερευνήσει τις δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών. Στο πόρισμά της, το 1976, καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, μυστικές σχέσεις της CIA με δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης στο εξωτερικό, καθώς και η αξιοποίηση δικτύων επικοινωνίας για την άσκηση επιρροής μέσω συγκαλυμμένης προπαγάνδας. Η επιτροπή επισήμανε τους κινδύνους που αυτές οι πρακτικές δημιουργούσαν τόσο για την ενημέρωση των πολιτών όσο και για την ανεξαρτησία του Τύπου. (Document 2. Top Secret Draft of Church Committee Report, October 16, 1975, 366 pp. Oct 16, 1975, Πηγή: Digital National Security Archive, https://nsarchive.gwu.edu/).

Δεν πρόκειται για θεωρίες συνωμοσίας, αλλά για πρακτικές που ερευνήθηκαν από θεσμικό όργανο του αμερικανικού Κογκρέσου και αποτυπώθηκαν σε επίσημα πορίσματα.

Η ιστορία των μυστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνει, επίσης, σχέδια και προτάσεις που προέβλεπαν τη δημιουργία προσχημάτων για την εξυπηρέτηση πολιτικών ή στρατιωτικών στόχων.

Τα ιστορικά αυτά στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι πίσω από κάθε σημερινή κρίση κρύβεται μια μυστική επιχείρηση. Αποδεικνύουν, όμως, ότι η κατασκευή αφηγημάτων, η συγκαλυμμένη επιρροή και η προσπάθεια διαμόρφωσης της κοινής γνώμης δεν είναι φαινόμενα άγνωστα στην πολιτική ιστορία.

Γι' αυτό και η επίκληση της προβοκάτσιας ή της ξένης παρέμβασης δεν πρέπει ούτε να απορρίπτεται εκ προοιμίου ούτε να γίνεται δεκτή χωρίς αποδείξεις. Χρειάζεται έρευνα, τεκμηρίωση και έλεγχος. Διαφορετικά, η καταγγελία της παραπληροφόρησης κινδυνεύει να μετατραπεί η ίδια σε εργαλείο παραπληροφόρησης.

Η ευθύνη να αναζητούμε την αλήθεια

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος διαδηλώνει, ποιος καταγγέλλει και ποιος κυβερνά. Είναι και ποιος διαμορφώνει την εικόνα που φτάνει σε εμάς, ποια στοιχεία επιλέγει να προβάλει, ποια αποσιωπά και ποια συμφέροντα μπορεί να εξυπηρετεί η συγκεκριμένη παρουσίαση.

Αυτό αφορά τις κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, τις μυστικές υπηρεσίες, τα μέσα ενημέρωσης, τις ψηφιακές πλατφόρμες και, τελικά, κάθε πολίτη που αναμεταδίδει μια είδηση χωρίς να την έχει ελέγξει.

Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να περιορίζεται στην αναπαραγωγή εικόνων και δηλώσεων. Οφείλει να διασταυρώνει, να αναζητά τις πρωτογενείς πηγές, να ελέγχει το πλαίσιο και να διακρίνει το γεγονός από την ερμηνεία. Και ο αναγνώστης οφείλει να διατηρεί την κρίση του, ακόμη κι όταν μια είδηση επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύει.

Γιατί η αλήθεια δεν αλλάζει ανάλογα με το ποιος ωφελείται από αυτήν. Δεν είναι αληθινή μια εικόνα επειδή προκαλεί αγανάκτηση, ούτε ψευδής επειδή προκαλεί πολιτική αμηχανία. Δεν αρκεί η επίκληση μιας επίσημης διάψευσης, όπως δεν αρκεί η βεβαιότητα μιας ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί να αμφισβητούμε ακόμη και εκείνα που θα θέλαμε να είναι αληθινά.

Αυτό είναι το δύσκολο καθήκον της εποχής μας. Να μην παρασυρόμαστε από την πρώτη εντύπωση, να μη μετατρέπουμε την οργή σε βεβαιότητα και να μη συγχέουμε το θέαμα με την πραγματικότητα.

Οι νέοι έχουν δικαίωμα να διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον. Οι κοινωνίες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι συμβαίνει πραγματικά. Και η δημοκρατία έχει ανάγκη από πολίτες που δεν χειραγωγούνται εύκολα, επειδή έχουν μάθει να ρωτούν, να ελέγχουν και να αναζητούν αποδείξεις.

Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο να μας αποκρύψουν την αλήθεια. Είναι να φτάσουμε στο σημείο να μην μπορούμε πλέον να την ξεχωρίσουμε από το ψέμα. Και τότε, όποιος κατορθώνει να ελέγχει την εικόνα των γεγονότων αποκτά τη δύναμη να επηρεάζει όχι μόνο όσα πιστεύουμε για το παρόν, αλλά και τις αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον μας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια