Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ. 1994)
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*
Σήμερα είχα όρεξη για αποφθέγματα κι έπεσα πάνω στον Αντισθένη, που είχε πει ένα καταπληκτικό για τους κόλακες και τους κόρακες:
«Κρεῖττον εἰς κόρακας ἢ κόλακας ἐμπεσεῖν. Οἱ μὲν γὰρ νεκροὺς οἱ δὲ ζῶντας ἐσθίουσιν». [Καλλίτερα να πέσω σε κόρακες παρά σε κόλακες. Οι μεν τρώνε τους νεκρούς, οι δε τους ζωντανούς].
Πόσο επίκαιρο φαντάζει το εν λόγω απόφθεγμα! Ρίξτε και ματιά γύρω σας και θα δείτε στρατιές από κόλακες ή κολαούζους ή πατσαβούρες ή σφουγγαρίστρες ή σφουγκοκωλάριους ή γλείφτες ή πτυελοδοχεία ή .. ή γενικώς «του κόμματος», όπως έλεγε κι ο αμίμητος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, όταν ο «αρχηγός» τον ρώτησε τι δουλειά κάνει.
Κόλακες παντού, σ’ όλο το φάσμα της σημερινής κοινωνικής ζωής. Άνθρωποι χωρίς προσωπικότητα, δουλοπρεπείς, κινούμενοι και μόνον από το ίδιο συμφέρον, δεν διστάζουν να γίνονται περίγελως, προκειμένου να παράσχουν κάθε λογής υπηρεσίες στους αφεντάδες τους.
Να γιατί ο Αντισθένης προτιμούσε τους κόρακες από τους κόλακες. Οι πρώτοι ξεκάθαροι, τρώνε νεκρούς, πτώματα. Οι δεύτεροι δεν διστάζουν να «φάνε» ακόμα και ζωντανούς, να καταστρέψουν χωρίς ενοχές ζωές, μόνο και μόνο να γίνει η δουλειά τού αφεντικού.
Ο κόραξ είναι ηχομίμητη λέξη, προερχόμενη από την κραυγή «κρα», που εκβάλει το εν λόγω πτηνό και που έδωσε το ρ. κράζω. Κρα+άγω >κράζω, με γ>ζ. Συναφές αλλά με διαφορετικό δεύτερο συνθετικό είναι το ρ. κραυγάζω. Κρά-ζω + αυγάζω (=παρατηρώ, ατενίζω). Όταν βόσκουν σμήνη από κοράκια, υπάρχουν ψηλά στα δέντρα άλλα, που «φυλάνε τσίλιες», παρατηρούν, κι όταν έρθει κάποιος κίνδυνος, κραυγάζουν.
Η λέξη προήλθε από τον μέλλ. του ρήματος. Κράζω >κράξω >καράξω >κόραξ, με α>ο.
Κι ο κόλαξ από την ίδια ρίζα είναι, με ρ>λ, διότι κι αυτός φωνασκεί, στην προσπάθειά του να πείσει, να παράσχει εκδούλευση. Μάλιστα, στην αρχαία ελληνική, κολωός ή κολοιός ήταν αρχικά ο κόραξ, (ρ. κολωάω =θορυβώ), και στην συνέχεια οιονεί ο κράχτης.
Και πού να δείτε ποια ελληνική λέξη πήραν οι λατινογενείς γλώσσες για να εκφράσουν τον κόλακα! Την λέξη πλατύς, υπό την έννοια ότι θωπεύω, χαϊδεύω με το πλατύ μέρος τού χεριού, σύρω την παλάμη δηλ., σαν να ξεσκονίζω, αλλά εδώ με την σημασία τού φέρομαι δουλοπρεπώς, κολακεύω. Οι Λατίνοι, μέσω του φραγκικού flat είπαν τον πλατύ, plat. Από κει οι Γάλλοι είπαν flatter το ρ. κολακεύω, θωπεύω, και τον κόλακα flatteur. Οι Ιταλοί δεν χρησιμοποίησαν αυτήν την ρίζα. Οι Ισπανοί είπαν το κολακεύω halagar, που μοιάζει με την ρίζα μας. Μόνον οι Άγγλοι είπαν flatter το κολακεύω και flatterer τον κόλακα.
Τον κόλακα τον λέμε και γλείφτη, λέξη που γράφεται με «ει» κι όχι με «υ», όπως πολύ συχνά συναντάται. Στα Γ.Κ. 60, είχε γίνει αναφορά στην διαφορά τών δύο ρημάτων αλλά αξίζει τον κόπο να επαναληφθεί, καθ’ όσον το φαινόμενο και η συγκεκριμένη «δουλειά» ανθεί στις (προεκλογικές) μέρες μας.
Το γλείφω, λοιπόν, κατάγεται εκ του λείπω (επιτ. λα+είκω= υποχωρώ, απολείπομαι, με κ>π), που έγινε λείχω (αρχική ρίζα λείκ-, με κ>χ) και γλείφω στην καθομιλουμένη, με το γ να προτάσσεται και το φ να έχει προκύψει εκ τροπής του π (λειπ-). Άλλη εκδοχή λέει πως θα μπορούσε να προέρχεται εκ του ο-λίγ-ος, με γ>χ, υπό την έννοια πως γλείφουμε κάτι λίγο, όπως τα εναπομείναντα από τα οστά. Οι ξένες γλώσσες πήραν σχεδόν αυτούσιο το λείχω και οι μεν Λατίνοι το είπαν lekkon (φράγκ.) και lambo, οι Γάλλοι lécher και licher, οι Ιταλοί leccare, οι Ισπανοί lamer (εκ του λάπτω =ρουφάω και του lambo), οι Άγγλοι lick και lecher και οι Γερμανοί lechen.
Το γλείφω συγχέεται ορθογραφικώς με το γλύφω, που όμως έχει τελείως διαφορετική έννοια αλλά και μια περίφημη ετυμολογική διαδρομή. Μιλάμε για το ηχομίμητο ρ. γραύω, χράω (=ξύνω, πληγώνω ελαφρώς) εκ του ήχου τού ξυσίματος χράφ, γράφ, χρατς, γράτς… Εξ αυτής τής ρίζας δημιουργήθηκε το ρήμα γράφω, που ουσιαστικώς σημαίνει χαράσσω ελαφρώς γράμματα στο χαρτί με κάποιο αιχμηρό μέσο, σχεδιάζω, διαγράφω, ζωγραφίζω κλπ. Το γράφω, με ρ>λ έγινε γλάφω (=ξύνω, ανασκάπτω, κοιλαίνω) και με α>υ, γλύφω, γλύπτης (φ>π), γλυπτό. Οι ξένες γλώσσες δανείστηκαν μια συναφή ελληνική ρίζα, εκ του ρήματος σκάλλω (=σκάβω, σκαλίζω, σκάλμη=μαχαίρι), και οι Λατίνοι το είπαν scalpo, οι Γάλλοι sculpter και τον γλύπτη sculpteur, οι Ιταλοί αντιστοίχως scolpire και scultore, οι Ισπανοί escultor τον γλύπτη, οι Άγγλοι sculptor τον γλύπτη και sculpture την γλυπτική και οι Γερμανοί Scupltur την γλυπτική.
Εδώ θα μπορούσα να διακινδυνεύσω έναν αστείο παραλληλισμό, γλείφτη και γλύφτη, με τον πρώτο να …προπονείται εντατικώς στην …γλυπτική, για να μάθει να σμιλεύει τις κολακείες του, τα ψέμματά του, τα ρεζίλια του εν τέλει, και να τα παρουσιάζει με «επιστημονικό» τρόπο, σαν τα ποσοστά των δημοσκοπικών εταιρειών, που ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ, αναλόγως του ποιος δίνει τα περισσότερα. Άλλωστε, «έχομεν δημοκρατίαν» κι ο καθένας λέει και πράττει ό,τι του κατέβει, χωρίς κόστος, αφού η Δικαιοσύνη διέρχεται κρίσεις οφθαλμικών προβλημάτων και κοντεύει να τυφλωθεί από το …αδέκαστον του ρόλου της!
ΚΑΙ σ’ αυτές τις (οσονούπω) εκλογές θα ζήσουμε στιγμές απείρου κάλλους. Ο λαός, όπως πάντα(!!), θα εκφράσει απερίσπαστος την βούλησή του κι αυτή θα αποτυπωθεί με ακρίβεια από τα διάφορα ενδημούντα Palantiria (=Παλαντήρια), Singularia (=Σινγκιουλάρια), Predatoria (=Πρεντατόρια) και λοιπά Plintiria (=Πλυντήρια) της εξουσίας.
Α, μην ξεχάσω, «πίσω από τις λέξεις» έρχεται φουριόζος κι ο ήρωας των «μαθητικών μας βιβλίων», που μεγάλωσε και θέλει κι άλλο …κοκό! Να τον θωπεύσετε και με τις δύο παλάμες, να πιάσει τόπο η κολακεία!!
*Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο