Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ. 1992)
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Πριν λίγες μέρες είχαμε το θερινό ηλιοστάσιο, την ημέρα δηλ. με την μεγαλύτερη διάρκεια φωτός και την μικρότερη σκοταδιού.
Τα ηλιοστάσια και οι ισημερίες (ίση διάρκεια ημέρας και νύχτας) αποτελούν αστρονομικά φαινόμενα αλλά και σηματοδοτούν παραδόσεις λαών σχετικών με τον κύκλο τής φύσης (γονιμότητα, γεωργία, σπορά, συγκομιδή κλπ.).
Και σε όλες αυτές τις παραδόσεις ο ήλιος έπαιζε κυρίαρχο ρόλο, ως ο φωτοδότης, ο ζωοδότης. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε ζωή στον πλανήτη μας.
Η σημερινή, λοιπόν, ετυμολογική προσέγγιση θα αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στον «υπεύθυνο» της ζωής μας, τον ΗΛΙΟ.
Ο Βασδέκης ετυμολογεί τον ήλιο εκ του δασυνόμενου και περισπώμενου Η (=βεβαίως, αληθώς) + ελεύ-σομαι (μέλλ. του έρχομαι, με ε>ι, υ>ο). Λέξη που δηλώνει βεβαιότητα ως προς την σημασία της, καθ’ ότι σίγουρα ο ήλιος έρχεται και απέρχεται (το έρχομαι φέρει και τις δύο σημασίες).
Υπάρχουν όμως πλείστες όσες αναφορές μεγάλων αρχαίων φιλοσόφων, συγγραφέων και στοχαστών που συνδέουν τον ήλιο με το υγρό στοιχείο, την θάλασσα (αλς).
Στον Όμηρο ο ήλιος εμφανίζεται πάντοτε ως ηέλιος.
Σε άλλους συγγραφείς εμφανίζεται και ως αέλιος, αλλά και ως άλιος, με η>α, όπως επί παραδείγματι γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στον Επίχαρμο: «Φαέθων, μέγας ἄλιος ἄστρων», λέξη που δείχνει απόλυτο συσχετισμό με την «αλς-αλός».
Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (Περί Θείων ονομάτων) γράφει «...δι’ ὃ καὶ (καλείται) ἥλιος, ὅτι πάντα ἀολλὴ ποιεῖ [συγκεντρώνει τὰ πάντα μαζί, ἀθρόα] καὶ συνάγει τα διασκεδασμένα» [ενώνει ό,τι είναι διασκορπισμένο], όπου ἀολλὴ η δημιουργική ενέργεια, ετυμολογούμενο εκ του στερητ. α+ολλή (εκ του όλλυμι=καταστρέφω). Επομένως: α-ολλή= μη καταστροφική ενέργεια.
Υπάρχει μια διάσημη κοσμολογική άποψη των αρχαίων, που λέει πως «ἄναμμα νοερὸν τὸ ἐκ θαλάττης εἶναι τὸν ἥλιον» και σημαίνει πως ο ήλιος είναι ένα φωτεινό προϊόν, ένα λαμπερό, νοήμον άστρο, που τροφοδοτείται με ενέργεια καθημερινά από τις αναθυμιάσεις τής θάλασσας, καθώς η υγρασία εξατμίζεται (ἀναθυμιᾶσθαι) από την αλμυρή θάλασσα.
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι οι ατμοί και οι αναθυμιάσεις από την γη και την θάλασσα δημιουργούν τα μετεωρολογικά φαινόμενα, με τον Ήλιο να τροφοδοτείται απευθείας απ’ αυτές. «Τὸν ἥλιον τρέφεσθαι τῷ ὑγρῷ» (Μετεωρολογικά).
Μάλιστα, στα «Προβλήματα» (Βιβλίο ΚΓ΄, 937a) γράφει πως «ἐκ μὲν τοῦ ποτίμου ξηραινομένου καὶ πηγνυμένου λίθους γίνεσθαι καὶ γῆν, ἐκ δὲ τῆς θαλάττης τὸν ἥλιον ἀναθυμιᾶσθαι» και αποτελεί μια αναφορά στις κοσμολογικές και μετεωρολογικές απόψεις στοχαστών, που επηρεάστηκαν από τον Ηράκλειτο, σχετικά με τις μεταβολές τών στοιχείων στην φύση. Οι δυο βασικές μεταβολές, που περιγράφει, έχουν να κάνουν, πρώτον, με την μετατροπή του γλυκού νερού (πότιμο/πόσιμο) σε πέτρα και γη [όταν δηλ. το γλυκό νερό στεγνώνει και στερεοποιείται (συμπυκνώνεται), μετατρέπεται σε στερεά ύλη, πέτρες και χώμα] και, δεύτερον, με την εξάτμιση (αναθυμίαση) του θαλασσινού νερού, που τροφοδοτεί και σχηματίζει τον ήλιο.
Ο Ηράκλειτος εξέφρασε την άποψη ότι το νερό είναι το καύσιμο του σύμπαντος και πως ο Ήλιος (όπως και τ’ άλλα αστέρια) τροφοδοτείται διαρκώς από τις αναθυμιάσεις τής θάλασσας.
Ο Εμπεδοκλής θεωρεί τον ἅλιον-ἥλιον ως το συναθροισμένο πυρ: «Ὁ μὲν ἀλισθεῖς, μέγαν οὐρανὸν ἀμφιπολεύει» [αολίζω τὸ συναθροίζω].
Ο Ευσέβιος «ὁ δὲ ἥλιος... τοῦ πυρὸς ἀντανάκλασις, ὁμοία τῇ ἀφ’ ὕδατος γενομένη».
Στα Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (571) «Ὁ ἥλιος, διάπυρος ὤν, ἕλκει εἰς ἑαυτὸν τὴν τῆς θαλάσσης ὑγρότητα».
Στα Σχόλια Vaticana εἰς Διονύσιον Θράκα «Ἥλιος ἐστὶν ἄναμμα νοερὸν θαλασσίων ὑδάτων».
Ο Ολυμπιόδωρος (Σχόλια εἰς Ἀριστοτέλους Μετεωρολογικά,126) γράφει «Ἡ θάλασσα, πρώην γλυκειά οὖσα, ἁλμυρή γέγονεν, ὕστερον τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης καὶ τῶν ἄλλων ἀστέρων ἑξατμιζόντων αὐτῆς τὸ πότιμον, ἔνθεν γὰρ καὶ ἅλιος λέγεται ὁ ἥλιος, παρᾶ τὸ ἐκ τῆς ἁλός τρέφεσθαι».
Όλα αυτά εντάσσονται στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία περί φύσης και την αέναη κυκλοφορία και μετατροπή τών τεσσάρων στοιχείων (πυρ, ύδωρ, γη, αέρας).
Και πάμε τώρα στην ετυμολογία του ηελίου/αελίου/αλίου/ηλίου, που υποστηρίζει πως προέρχεται εκ της ἁλός/θαλάσσης. Ως ἀέλιος θα μπορούσε να είναι εκ του ἅλες (=συναθροισμένο πυρ, ἀολίζω=συναθροίζω).
Και το Ἐτυμολογικόν τό Μέγα συνηγορεί σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω «… Ἀνιμᾶσθαι γάρ φασὶν οἱ φυσικοί, τὸν ἥλιον, τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης. Ἐκ γὰρ τῆς θαλάσσης ἀνιμᾶται (=ἀνελκύει) τὴν ὑγρότητα... ἤ παρὰ τὸ ἅλις, ἅλιος καὶ ἥλιος... ἤ παρὰ τὸ ἅλες τὸ συνηθροισμένον πῦρ..., ὡς Ἐμπεδοκλῆς».
Ας δούμε τώρα στις ξένες γλώσσες πώς αποδίδεται ο ήλιος. Εκ του ελληνικού ήλιος/σαFέλιος/ σέλιος (εξ ου και σέλας) οι Λατίνοι τον είπαν sol, οι Γάλλοι soleil, οι Ιταλοί sole, οι Ισπανοί sol, οι Άγγλοι sun και οι Γερμανοί Sonne.
Και μιας και στην αρχή αναφερθήκαμε στο ηλιοστάσιο, η λέξη είναι σύνθετη εκ του ήλιος και ίστημι (=στέκομαι), αναφερόμενη στην φαινομενική παύση τής κίνησης του Ήλιου στον ουρανό. Ακριβώς ίδιας λογικής και ετυμολογίας είναι και η απόδοσή του στις εν λόγω γλώσσες. Γάλλοι solstice, Ιταλοί solstizio, Ισπανοί solsticio, Άγγλοι solstice, και Γερμανοί Sonnen (πρωτότυπο!!).
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο