Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ. 1991)
«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Η πόλη από την οποία κατάγομαι και όπου ζω όλα μου σχεδόν τα χρόνια είναι το Μεσολόγγι, η μοναδική Ιερά Πόλις της πατρίδος μας και μία εκ των ελαχίστων παγκοσμίως.
Πριν μπούμε στην ετυμολόγηση της Ιεράς, είναι νομίζω χρήσιμο να δούμε λίγο την χρονική στιγμή και υπό ποιες συνθήκες τής απεδόθη αυτός ο τίτλος.
Ο σπουδαίος δικαστής, Αναστάσιος Πολυζωίδης, ήταν ο εμπνευστής τής ονομασίας τού Μεσολογγίου σε Ιερά Πόλη. Έγραψε χαρακτηριστικώς στις 4 Αυγούστου 1825: «Μεσολόγγι! Πόλιν Ιεράν σε ονομάζω, διότι ηξιώθης να έχεις Ιερά κειμήλια εναποτεθειμένα εις τους κόλπους σου τους μεγαλύτερους άνδρας, όσοι εις την Ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος διέπρεψαν». Η ονομασία αυτή επισημοποιήθηκε οριστικά το 1937 με Βασιλικό Διάταγμα του Γεωργίου του Β΄.
Επικρατέστερη άποψη θεωρώ την καταγωγή του Ιερού εκ του απαρεμφ. του ρ. ίημι, ιέν-αι, με ν>λ>ρ, και σημαίνει τον άγιο, τον ισχυρό, επί βασιλέων τον ευρισκόμενο υπό την προστασία του θεού, άρα τον ευλογημένο.
Στις ξένες γλώσσες έχει ενδιαφέρον η ελληνική ρίζα, που δανείστηκαν για να διαμορφώσουν την αντίστοιχη έννοια. Πρόκειται για την λέξη άκρος, που επί βαθμού σημαίνει τον ύψιστο, τον πρώτο, τον έξοχο, τον υπέροχο. Οι Λατίνοι τον είπαν sacer-sacra (=ιερός/ή), οι Γάλλοι sacré, οι Ιταλοί sacro, οι Ισπανοί sagrado, οι Άγγλοι sacred, και οι Γερμανοί sakramental. Από την ρίζα αυτή προέκυψαν και οι λέξεις περί θυσίας, σε όλες τις παραπάνω γλώσσες. Sacrifice, sacrifizio, sacrificio, sacrifice.
Άρα, η λέξη sacred (sacred town =Ιερά Πόλις) εμπεριέχει την μοναδικότητα, το ύψιστο, την θυσία στην περίπτωσή μας.
Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι οι υπερασπιστές του αμύνονταν πίσω από προμαχώνες, που τις έλεγαν ντάπιες. Μη φανταστείτε τίποτα φρούρια ψηλά και απόρθητα. Ένας σωρός από χώμα και πέτρες ήταν. Οι ψυχωμένοι πολεμιστές τις έκαναν απόρθητες.
Η λέξη όμως είναι μάλλον τάπια, την οποία η προσωδία της ελληνικής γλώσσας, όταν προηγείται «ν» (την τάπια), την έκανε να ακούγεται ως ντάπια.
Σχετικώς με την ετυμολογία της πιστεύω πως ανάγεται στην ελληνική λέξη τάπης (=χαλί, ταπέτο), με την ρίζα της να βρίσκεται στο έδαφος, την γα ή δα >δάπης >τάπης, με δ>τ. Στην ουσία του θέματος τώρα. Η τάπια ή ντάπια ήταν όντως οχύρωμα, προμαχώνας αλλά η καταγωγή της δηλώνει έναν ανοιχτό και επίπεδο χώρο, για να μπορούν να κινούνται οι πολεμιστές και να τοποθετούνται και τα κανόνια τής εποχής.
Η ίδια ρίζα έδωσε το όνομά της στην λατινική tapes (=τάπητας) κι από κει στην γαλλική tapis (=χαλί, τάπητας), το ειδικό στρώμα αγώνων πάλης, γυμναστικής και λοιπών δραστηριοτήτων, το ταπί.
Η γνωστή «παντογνώστης», ΑΙ, ισχυρίζεται πως η λέξη προέρχεται εκ της τουρκικής tabya, η οποία με την σειρά της έχει αραβικές ρίζες και σημαίνει οχυρό ή στρατόπεδο. Τα περί αραβικής προέλευσης τα παρακάμπτω, διότι είναι μια άλλη πικρή ιστορία, ποιοι ήταν οι Άραβες και τι προσέφεραν στον παγκόσμιο πολιτισμό, μηδέ και της γλώσσας εξαιρουμένης.
Επί του ισχυρισμού ότι προέρχεται εκ τουρκικής ρίζας, έχω να παρατηρήσω πως η τουρκική γλώσσα αποτελεί στο μεγαλύτερο μέρος της κακοποιημένα ελληνικά, αφού οι Τούρκοι δεν είχαν ενιαία φυλετική ταυτότητα, πόσω μάλλον γλώσσα.
Με την πάροδο των χρόνων, οι καθ’ όλα βάρβαροι Τούρκοι άρχισαν να ομιλούν την πολύ ανώτερη γλώσσα των υποδούλων Ελλήνων αλλά με προφορά βαρειά, έτσι ώστε ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούσαν να μην αναγνωρίζονται καν. Έτσι δημιουργήθηκε η Τουρκική, για την οποία έχουν γραφεί βιβλία με συγκριτικά στοιχεία ελληνικών ριζών - κακοποιημένων τουρκικών.
Μιας και έπιασα από την αρχή Μεσολόγγι, θα ήθελα να ξαναθυμήσω κάποιες ντοπιολαλιές, που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και σε άλλες περιοχές. Στον τόπο μου πρυάρι λέμε μια σχετικώς μεγάλη βάρκα. Παληά η λιμνοθάλασσα ήταν γεμάτη από πυροφάνια (ψάρεμα με λάμπα αμιάντου), με γαΐτες (οι μικρές βάρκες, χωρίς καρίνα, για να είναι ευέλικτες στα αβαθή νερά), όπως τις λέμε εδώ, που ψάρευαν καθ’ όλη την διάρκεια της νύχτας. Το πυροφάνι το έλεγαν πρυά, που αποτελεί αναγραμματισμό τής λέξεως πυρά.
Η ορθογραφία όμως του πρυαριού με υ είναι λάθος, διότι συγχέεται με το πυρ και πρέπει να γράφεται με οι, διότι προέρχεται εκ του υποκοριστικού πλοιάριον (=μικρό πλοίο), με λ>ρ.
Ο μώλος είναι ο χώρος απ’ όπου φορτώνονταν ή εκφορτώνονταν τα ψαροκάικα και κάθε λογής πλεούμενο, από το πιο μικρό έως το πιο μεγάλο.
Η λέξη μπορεί να γραφεί και με ω και με ο και εξηγώ. Η ρίζα του είναι το ρήμα μλώσκω >βλώσκω (μέλ. μολ-ούμαι, αόρ. έ-μολ-ον). Το ρήμα μλώσκω έγινε βλώσκω για λόγους ευφωνίας. Συνήθης είναι η μετατροπή σε β όσων συμφώνων ευρίσκονται προ υγρών: Μλαξ>βλαξ, μροτός>βροτός.
Το μλώσκω όμως προέρχεται από το ρήμα μολίσκω, που θα πει έρχομαι μετά κόπου. Και το μολίσκω από το επίρρημα μόλις κι αυτό από το μόγις, μόγος (=μεγάλος κόπος, πόνος, κάματος, ρήμα μογέω. Μόγος λέγεται και ο πόνος, οι ωδίνες του τοκετού). Εδώ παρατηρούμε την συνήθη τροπή του γ σε λ και μάλιστα με τέτοια προφορά, όπως προφέρουν οι Ιταλοί το “gli” [figlio-a (=γιός, κόρη)]. Οι Γάλλοι διατηρούν την προφορά των δύο ll σε γ (fille =κόρη). Άρα, από το μολίσκω >μλώσκω >βλώσκω έχουμε τον αόριστο έμολον.
Ο μώλος ή μόλος, λοιπόν, μπορεί να γραφεί και με τους δύο τρόπους, είτε δανειζόμενος την ρίζα μολ- του αορίστου είτε του πρωταρχικού ρήματος μλώσκω>βλώσκω. Προτιμητέο όμως με ο, καθώς υπάρχει και ναυτικό παράγγελμα «έγια μόλα». Ο μόλος, λοιπόν, ονομάστηκε έτσι από τον κόπο που προϋπέθετε η φόρτωση ή η εκφόρτωση ενός φορτίου πλοίου.
Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com.

Αφήστε ένα σχόλιο