Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1987)

 

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –181

 

 

     Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*

 

Στο σημερινό φύλλο θα κάνω μιαν αναφορά σε διάφορα αρχαιοελληνικά ρήματα, που φαινομενικώς μοιάζουν ίδια αλλά δεν είναι, αφού υπάρχει μεταξύ τους μια λεπτή αλλά ειδοποιός διαφορά.

 

Αυτή είναι άλλωστε και η μαγεία της ελληνικής γλώσσας, ανυπέρβλητη και μη μιμήσιμη από τις γλώσσες που την χρησιμοποίησαν ως βάση, δανείστηκαν πολλές λέξεις και έννοιες αλλ’ εν τούτοις παρέμειναν φτωχές, μη ακριβείς σε όσες αυθαίρετες έννοιες δημιούργησαν και χωρίς τον λεκτικό πλούτο τής μητέρας-γλώσσας, της ελληνικής.

 

Αυτό αποδεικνύει η χρήση πολλών στοιχείων της γλώσσας τους σε δύο και τρεις διαφορετικές έννοιες, που, αν δεν δεις τα συμφραζόμενα, δεν καταλαβαίνεις κάθε φορά τι εννοούν.

 

Οι αρχαίοι είχαν σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την καθαριότητα. Επόμενο είναι και οι αντίστοιχοι γλωσσικοί τύποι που χρησιμοποιούν να έχουν μια διακριτή λέξη, με ξεχωριστό αλλά ουσιώδες νόημα.  

 

Για την έννοια, λοιπόν, του «καθαρίζω δι’ ύδατος», το σημερινό «πλένω», υπάρχουν πολλές λέξεις.

Το ρ. πλύνω κυριολεκτικώς σημαίνει πλένω ενδύματα ή και αντικείμενα. Εκ του ρήματος αυτού τα σημερινά «πλυντήρια» και τα παλαιότερα «πλυσταριά», η «πλύστρα» κλπ.

 

Νίπτω ή νίζω σημαίνει πλένω μέρος τού σώματος, εκ του οποίου ο «νιπτήρ», ο «ποδονιπτήρ» κλπ.

Το πλύσιμο των χεριών, πριν και μετά το φαγητό, ήταν αρχαία ελληνική συνήθεια, με συγκεκριμένο τελετουργικό δύο σταδίων. Το πρώτο, το πλύσιμο των χεριών πριν το γεύμα για λόγους υγιεινής και καθαριότητας (ρ. νίπτω) και το δεύτερο, το σχολαστικό πλύσιμο μετά το φαγητό, το οποίο στην αρχαιότητα ήταν απαραίτητο, καθώς έτρωγαν με τα χέρια, χωρίς μαχαιροπήρουνα, και έπρεπε να απομακρύνουν τα λίπη (ρ. απονίπτω).

 

Ο Έλλην λεξικογράφος, Ιούλιος Πολυδεύκης, στο «Ονομαστικόν» την καταγράφει επακριβώς: «νίψασθαι τὸ πρὸ τῆς τροφῆς, ἀπονίψασθαι δὲ μετὰ τὴν τροφήν». Το δε ύδωρ που εχρησιμοποιείτο γι’ αυτήν την χρήση ονομάζονταν χέρνιψ, εκ του «χείρας νίπτω». Υπάρχει ειδικώτερα το ρ. χερνίπτομαι (=πλένω τα χέρια μου, κυρίως πριν την θυσία, Ιλ. Α 449).

 

Το ποτήρι (κύλιξ, εξ ου κυλικείο), που έδιναν μετά το δείπνο, ονομαζόταν μετανιπτρίς. Στους «Δειπνοσοφιστές» τού Αθήναιου (Βιβλίο 15, 680a) διαβάζουμε: «Ἐσπεύδαμε γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ ὁ παῖς (= ο μικρός δούλος, ο υπηρέτης) περιεῖλε τὰς τραπέζας, ἐπέχων νίμματα καὶ ἀπενιζόμεθα καὶ λαβόντες τοὺς στεφάνους ἐστεφανούμεθα». [Ο υπηρέτης, αφού είχαμε φάει, απομάκρυνε τα τραπέζια, μας έριξε νερό για να πλύνουμε τα χέρια μας, εμείς πλυθήκαμε και παίρνοντας τα στεφάνια στεφανωθήκαμε]. Να σημειωθεί εδώ πως η τοποθέτηση στεφανιών στο κεφάλι (συνήθως από μυρτιά, κισσό ή λουλούδια) ήταν απαραίτητη ιεροτελεστία πριν την έναρξη του συμποσίου, για όσους λάμβαναν μέρος στα δείπνα.

 

Ας πάμε όμως στην ετυμολογία τού αρχαιοελληνικού ρήματος νίζω, νίπτω ή νίβω στην νεοελληνική. Η ρίζα του είναι το ρήμα νάσσω (=γεμίζω εντελώς, πληρώ), που μας έδωσε το νάω (=ξεχειλίζω, ρέω, ποτίζομαι), και με α>ε>ι =νίζω, γιατί παληά πλένονταν σε τρεχούμενο νερό. Το νίπτω (ζ>πτ) κι έπειτα νίβω (π>β) είναι το ρήμα που χρησιμοποιείται σήμερα. 

 

Για το ρ. κλύζω (=βρέχω, αποπλύνω) διευκρινίζει ο αρχαίος σχολιαστής, παραθέτοντας ταυτοχρόνως και τις διάφορες χρήσεις των ρημάτων: «πλῦναι ἐσθῆτα (=φόρεμα, ρούχο), νίψαι πρόσωπον ἢ ἄκρα, κλύσαι ποτήριον ἢ ἀγγεῖον». Το πλύνω χρησιμοποιείται επί ρούχων, το νίπτω επί προσώπου και το κλύζω επί πραγμάτων-ποτηριών.

 

Και πάλι ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν, VI 95): «Οἱ οἰνοχόοι τα ἐκπώματα (=κύπελα) ἐκπλυνόντων τε καὶ διανιπτόντων καὶ καθαιρόντων, καὶ τὰς φιάλας ἐπὶ τῶν δακτύλων ἄκρων ἀχείτωσαν (=έφεραν) προσφέροντες τοῖς συμπόταις εὐλαβῶς» [Οι οινοχόοι να πλένουν καλά, να ξεπλένουν, να ξεβγάζουν και να καθαρίζουν τα κύπελλα και να κρατούν τις φιάλες στις άκρες των δακτύλων τους, προσφέροντάς τες στους συνδαιτυμόνες με ευλάβεια].

 

Η ετυμολογία τού κλύζω είναι εκ του ρ. κλονέω (=πλήττομαι από κύματα), με ο>υ, και το παράγωγό του, το κλύδων (=κύμα, θόρυβος, θαλασσοταραχή), με δ>ζ.

 

Το ρ. αποπροσωπίζομαι σημαίνει «τὸ ἀπονίπτεσθαι καὶ μᾶσθαι τὸ πρόσωπον».

 

Το ρ. καταιονάω [κάτω, κατά + αΐσσω (= κινώ ορμητικά) + νάω (=ρέω)] σημαίνει επιχέω, καταβρέχω. Καταιόνησις λέγονταν το σημερινό αντιδάνειο «ντούς». «Ἐν τῇ θερμῇ πυέλῳ (=λεκάνη) καταιωνηθέντες».

 

Το ρ. λούω σημαίνει πλένω ολόκληρο το σώμα. Είναι συγγενές τού ρ. λύω, δηλ. χαλαρώνω.

 

Ο Αριστοτέλης (Προβλήματα, 873α) διασώζει: «Τὸ λουτρόν -ἢ λοετρόν- τοὺς μὲν συνδεδεμένους τὸ σῶμα καὶ σκληρούς, εὐκινήτους ποιεῖ καὶ ἐκλύει». Το λουτρό δηλ. είναι λύση ακαθαρσίας, γι’ αυτό η λέξη λύμα σημαίνει ρύπος.

 

Το ρ. απολυμαίνω σημαίνει αποβάλλω τα λύματα, καθαρίζω, εξυγιαίνω.

 

Το λούομαι ονομάζεται και υδραίνομαι. Γράφει ο Όμηρος (Οδ. δ, 750), αναφερόμενος στην Πηνελόπη, όταν περίμενε τον Οδυσσέα: «ὑδρηναμένη, καθαρὰ χροΐ εἵμαθ' ἑλοῦσα...» [λούστηκε και φόρεσε καθαρά ιμάτια].

 

Το λουτρό με ατμό το έλεγαν πυριατήριον (Αριστοτ. Προβλήματα) ή αλλοιώς ιδρωτήριον.

 

Λουτρών ονομαζόταν το ιδιωτικό λουτρό, ενώ βαλανείον ονόμαζαν το δημόσιο.

 

Άξιο παρατήρησης είναι και το ότι ο Οδυσσέας και ο Διομήδης, επιστρέφοντας από την μάχη, πρώτα «τὸν ἱδρῶ τὸν πολλὸν ἀπενίζοντο θαλάσσῃ» (Κ, 570) και κατόπιν «ἐς ἀσαμίνθους εὐξέστους (=καλοσκαλισμένες) βάντες ἐλούσαντο».

Το ότι το λουτρό λύει και αποβάλλει τις ανίες επιβεβαιώνεται από την ομηρική λέξη ασάμινθος, όπως λεγόταν ο λουτήρ ή το λουτήριον (=ο νιπτήρας).

«Ἡ ἀσάμινθος, τὴν ἄσην (=κούραση) τοῦ σώματος μινύθει (=ελαττώνει)».

 

Και τέλος, με όλα αυτά που περιγράφησαν, έρχεται και η τελική απόδειξη τού πόσο καθαροί ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, πόσο πρόσεχαν την υγιεινή τους, και πόσο μεγάλη απρέπεια εθεωρείτο το να πας στο συμπόσιο με ιδρώτα και σκόνη.

Δια στόματος Αριστοτέλους (Frg. 175): «Ἀπρεπὲς ἤκειν εἰς τὸ συμπόσιον σὺν ἱδρῶτι πολλῷ καὶ κονιορτῷ». 

 

Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com. 

Δεν υπάρχουν σχόλια