Header Ads

Από τις ράγες των Τεμπών στις «ράγες» της Εθνεγερσίας (Φ. 1834)

 

Με αφορμή την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 


 

Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Η πρόσφατη τραγωδία των Τεμπών, που τόσο πολύ μάς πόνεσε και μάς προβλημάτισε βαθειά για την ασφάλεια των μετακινήσεών μας με τα τραίνα και κατ’ επέκταση με όλα τα συγκοινωνιακά μέσα, μάς εμπνέει να διατυπώσουμε μεταφορικά κάποιες σκέψεις για την ασφάλεια της πορείας μας σε πολλά άλλα σπουδαία ζητήματα, που επηρεάζουν την ζωή μας. Όχι μόνον ως ατόμων, αλλά πρωτίστως ως Έθνους. Το σπουδαιότερο από τα ζητήματα αυτά είναι ο εθνικός μας «συρμός», τον οποίο έβαλε στις «ράγες», που κατασκεύασε ειδικά γι’ αυτόν η Εθνεγερσία και τον «δρομολόγησε», για να πορευθεί με αυτόν ο Νεώτερος Ελληνισμός με ασφάλεια στον προορισμό του. Οι «ράγες» λοιπόν αυτού του «συρμού», οι σταθμοί που διήνυσε μέχρι τώρα και οι συνθήκες της περαιτέρω ασφαλούς πορείας του αποτελούν αντικείμενο προβληματισμού μας στο σημερινό άρθρο, για να δούμε πώς θα μπορέσουμε να αποτρέψουμε τον «εκτροχιασμό» του «συρμού» ή την «σύγκρουσή» του με άλλες εμπορικές «αμαξοστοιχίες» που κινούνται καθημερινά σε αντίθετη πορεία προς αυτόν. Οι εμπειρίες μας από την τραγωδία των Τεμπών, που αναδεικνύουν τα αίτια, τα οποία την προκάλεσαν και είναι συνυφασμένα με μια αλληλουχία λαθών και παραλείψεων, αποτελούν πολύτιμο αρωγό μας στην προσπάθεια να κάνουμε ένα σχολαστικό προληπτικό έλεγχο στο «σιδηροδρομικό» δίκτυο που έφτιαξε για εμάς τους απογόνους της η Εθνεγερσία. 

Και πρώτ’ από όλα να μιλήσουμε για τις «ράγες» του «συρμού» της Εθνεγερσίας. Αυτές είναι σφυρηλατημένες με αίμα και με ψυχή επάνω στο «αμόνι» του κοινού πόθου όλων των ραγιάδων να φτιάξουν και να δρομολογήσουν τον εθνικό «συρμό», για να μεταφέρει τα παιδιά τους μακρυά από τον μίζερο τόπο της δουλείας σε άλλον ευλογημένο, όπου πνέει η δροσερή αύρα της ελευθερίας. Στην πλαϊνή-εξωτερική μεριά τους οι δύο «γραμμές» του τραίνου αυτού φέρουν ανάγλυφα χαραγμένες επάνω τους πέντε λέξεις η κάθε μιά. Στην μία «γραμμή» διαβάζουμε: «Για την αγάπη στην πατρίδα». Και στην άλλη: «Για την πίστη στην Ορθοδοξία». Έτσι, για να μη μπορεί κανείς να αλλοιώσει τις λέξεις αυτές, αλλά και για να μη υπάρχει αμφιβολία στο ζήτημα, τί ήταν εκείνο που ανάγκασε τους αγωνιστές του Εικοσιένα να ξεσηκωθούν εναντίον των κατακτητών τους Οθωμανών. Μας το διευκρίνισε αυτό άλλωστε και ένας από τους πρωτομάστορες του «συρμού» της Εθνεγερσίας, ο «Γέρος του Μωρηά», ο οποίος μιλώντας στις 8 Οκτωβρίου 1838 στους Αθηναίους μαθητές από τον λόφο της Πνύκας τούς είπε μεταξύ άλλων: «...Όταν εσηκώσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδο...ς». Θα παρατηρούσε ίσως κάποιος εδώ: «Τετριμμένα λόγια. Τα ακούμε συνεχώς κάθε χρόνο τις ημέρες της επετείου του Εικοσιένα»! Και πώς θα μπορούσε όμως να γίνει αλλιώς; Αυτή είναι η ιστορία μας. Τα λόγια του Κολοκοτρώνη είναι στοιχεία της εθνικής μας αυτογνωσίας. Τα επαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο, για να τα μάθουν, όσοι δεν τα γνωρίζουν και για να τα εμπεδώσουν και να τα αποτιμήσουν σωστά όσοι δεν τούς δίνουν την πρέπουσα σημασία.

Εστιάζοντας την σκέψη μας στα δυο «χαράγματα», που υπάρχουν στις «ράγες» του «συρμού της Εθνεγερσίας, πρέπει να πούμε κατ’ αρχάς ότι η αγάπη για την Πατρίδα, που είχαν οι αγωνιστές της Εθνεγερσίας δεν ήταν μια απλή ρηματική ομολογία, αλλά μια έμπρακτη αυτοθυσιαστική αγάπη προς την Πατρίδα, όμοια και απαράλλαχτη με εκείνη που μάς εδίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες. Πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο και αυτό της γνησιότητας της καταγωγής μας από εκείνους, το οποίοι διαψεύδει ασφαλώς τους διαφόρους Φαλμεράϊερ  και όσους συντάσσονται με τις μισελληνικές θέσεις του. Η καταγεγραμμένη από τον Πλάτωνα ρήση  του Σωκράτη, που συνθέτει τον παιάνα υπέρ της Πατρίδος με την διακήρυξη ότι «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς» (Πλάτωνος, Κρίτων 51β) δεν επιστεγάζει μόνο την πολεμική αρετή των αρχαίων Ελλήνων, όπως αυτή εκφράστηκε στον Μαραθώνα, στις Πλαταιές, στην Σαλαμίνα και στις Θερμοπύλες ή όπου αλλού. Υπερακοντίζει τον χρόνο και πολλούς αιώνες αργότερα την βλέπουμε να καταυγάζει και τον ξεσηκωμό του Εικοσιένα, καθώς και το έπος του Σαράντα αρκετές δεκαετίες μετά από εκείνον τον μεγάλο ξεσηκωμό.

Ανάλογα ισχύουν και για την Πίστη στην Ορθοδοξία που υπάρχει και αυτή, όπως ελέχθη, ως ανάγλυφο «χάραγμα» επάνω στις «ράγες»  του «συρμού».  Η πίστη στον Χριστό κράτησε ζωντανό το Έθνος κατά την περίοδο της μακραίωνης δουλείας του. Ήταν αυτή που απέτρεψε την αλλοτρίωσή του, παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες του κατακτητή να εξαφανίσει τον Ελληνισμό μέσα από την μεταστροφή των  θρησκευτικών του πιστευμάτων. Απέτυχε. Όσους από τους ραγιάδες κατάφερε να εξισλαμίσει το επέτυχε μόνο δια της απειλής της μαχαίρας. Στην συντριπτική του πλειοψηφία ο υπόδουλος Ελληνισμός έμεινε πιστός, στην Ορθοδοξία, την παραδοσιακή του Θρησκεία. Και όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου έσπασε τα δεσμά της δουλείας του καθοδηγούμενος από την  πίστη στον Εσταυρωμένο. Πόσο όμορφα μάς περιγράφει την  δύναμη της πίστεως ο Απόστολος Παύλος στην  προς Εβραίους επιστολή του. Βέβαια στην  επιστολή αυτή ο Πρώτος μετά τον  Ένα μιλάει για τους πατέρες των Εβραίων, οι οποίοι έζησαν πολλές φορές την αιχμαλωσία τους λ.χ. από τους Αιγυπτίους, τους Βαβυλώνιους και άλλους, αλλά δεν αλλοτριώθηκαν ποτέ, διότι ισχυρό «ανάχωμα» στην αλλοτρίωση απετέλεσε η θρησκευτική τους πίστη. Ουδεμία αμφιβολία όμως υπάρχει ότι το πνεύμα της συγκεκριμένης επιστολής του Αποστόλου Παύλου καλύπτει και τους δικούς μας προπάτορες της Εθνεγερσίας. Λέει λοιπόν ο Ορανοβάμων Απόστολος: «Οι πατέρες ημών δια της πίστεως κατηγωνίσαντο Βασιλείας..., έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός...εγεννήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων..., εν φόνω μαχαίρας απέθανον... ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν...» (Εβρ. ια 33-40).

Κουβαλώντας επάνω του τα αξιακά του φορτία κινήθηκε ο εθνικός μας «συρμός»  στις ίδιες «ράγες» της Εθνεγερσίας, που επεκτάθηκαν βαθμιαία στην Θεσσαλία, στην Μακεδονία και στην Ήπειρο, τις οποίες απελευθέρωσε επίσης από τους Οθωμανούς. Η προσπάθεια να τοποθετηθούν οι «ράγες» της Εθνεγερσίας και στην Μικρά Ασία, για να κινηθεί ο εθνικός «συρμός» και σε αυτήν, έμεινε ημιτελής, διότι τελικά ο  «συρμός» εκτροχιάσθηκε εξ αιτίας της εσφαλμένης πορείας του και της ανικανότητας των αρμοδίων «σταθμαρχών» να την ελέγξουν και να την κατευθύνουν σωστά, όπως ακριβώς έγινε και στην τραγωδία των Τεμπών. Όσα βαγόνια του «συρμού» απέμειναν, τα φέραμε πίσω στην Πατρίδα γεμάτα αίματα και δάκρυα μαζί με τον ξερριζωμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού.   Εδώ στην Ελλάδα το «δίκτυο» και ο «συρμός» λειτουργούσαν κανονικά και με ασφάλεια μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του εβδομήντα, όταν την ουσιαστική διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η Μεταπολίτευση. Τότε άρχισαν να σωρεύονται τα προβλήματα της λειτουργίας του, για την επίλυση των οποίων ουδείς ενδιαφέρθηκε. Δεν είναι μόνον ότι παρακάμφθηκε η κίνηση του «συρμού» στα χωριά, που κηρύχθηκαν «άγονη γραμμή» ελλείψει επιβατών! Η πλήρης εγκατάλειψη του δικτύου με τις «ράγες»  και τα «βαγόνια» του «συρμού» είναι το πρόβλημα.  Οι νέοι «σταθμάρχες», εθνομηδενιστές και άλλοι, ανίκανοι πάντως να επιτελέσουν σωστά τα καθήκοντά τους,  άφησαν το «δίκτυο» της Εθνεγερσίας στην τύχη του. Οι  «ράγες» του χορταριασμένες ή σκουριασμένες έχουν καλύψει σήμερα πλήρως τα «χαράγματα» της Εθνεγερσίας επάνω τους. Μα και αν φαινόντουσαν, ποιός θα τούς έδινε σημασία, αφού η μεν θρησκευτική πίστη έχει απαξιωθεί πλήρως, ενώ ο παραδοσιακός πατριωτισμός έχει αντικατασταθεί από τον νέο πατριωτισμό, που δίνει μεγαλύτερη σημασία στην  διεθνή αλληλεγγύη, παρά στην  ίδια την Πατρίδα. Γι’ αυτό έχουν γεμίσει ασφυκτικά τα βαγόνια του «συρμού» με λαθρεπιβάτες.

Υπό τις συνθήκες αυτές, εάν δεν αφυπνισθούμε όλοι έγκαιρα από τον λήθαργο, είναι μάταιο να αναζητούμε «φωτόσημα» για τον έλεγχο της κυκλοφορίας του εθνικού «συρμού», που μπορούν να αποτρέψουν την σύγκρουσή του με άλλους «συρμούς», οι οποίοι κινούνται συνεχώς σε αντίθετη προς αυτόν κατεύθυνση μεταφέροντας τα δικά τους «εμπορεύματα», που δεν είναι άλλα από τις σύγχρονες εθνομηδενιστικές ιδεολογίες. Κατά τα λοιπά, χρόνια πολλά για την εθνική μας Επέτειο, μέχρι να ακούσουμε το μπάμ, σαν εκείνο εκείνο των Τεμπών, που θα την ενταφιάσει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.  Και εμάς θα μάς αφήσει να μοιρολογούμε την κατάντια μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια