Header Ads

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ φ. 1677

ΗΤΑΝ ΚΙ΄ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ   
Άφαντος ο Αη Βασίλης…

Γράφει ο Θεόδωρος Σαρέλας  *


    Κάθε χρόνο την πρωτοχρονιά περίμενα τον Αη Βασίλη να έρθει από το παράθυρο ή από την καμινάδα -δεν έχει το σπίτι μας - για να φέρει τι» δώρο μου, μα ποτέ δεν αξιώθηκε να έρθει. Γιατί ρε μάνα εμένα με ξεχνάει; Πού να ξέρω παιδάκι μου: Ναι, αλλά σε όλα τ΄ άλλα παιδιά φέρνει δώρα. Διότι παιδί μου εφέτος δεν πήγε πουθενά οε όλη την Ελλάδα. Μην τυχόν είμαστε αμαρτωλοί και πληρώνω εγώ τις αμαρτίες σας: Αμαρτίες γονέων που λένε; Τον κακό σου το φλάρο! Αυτά το τροπάρια συνεχιζόταν επί τέσσερες δεκαετίες.
Εφέτος όμως είπα θα του στήσω καρτέρι και όταν τον δω να μπαίνει σε ξένο παράθυρο θα του αρπάξω ολόκληρο το σακκούλι. Ναι παιδί μου. ο Αη Βασίλης έμαθα δεν έρχεται φέτος γιατί είναι παλαιά το έλκηθρο και ακριβά τα τέλη γι΄ αυτό δώρο μην ψάχνετε να βρείτε μέσα στο τζάκι. Τα έκλεψε η Τρόικα μαζί με το Γιωργάκη.
    Όμως εμάς οι Έλληνες καθόλου δεν μας νοιάζει. Κάτι θα βρούμε από την αρχή ξανά μπροστά να πάμε. Το χωριό ήταν-σκεπεσμένο από το χιόνι, τα τζάκια γεμίζανε με την κάπνα του αέρα. Από το σούρουπο είχα στήσει καρτέρι πίσω από την κολώνα της εξώπορτας και περίμενα. Κοντεύανε μεσάνυχτα. Το ακροχείλι μου πήγαινε πάνω - κάτω. πέρα δώθε. λες και χόρευε λαμπάντα και αυτός δεν φαινότανε. Δεν μπορείθα έρθει είπα κατ αποφάσισα να περιμένω. Τα πρώτα κοκόρια λάλησαν το χάραμα και η αγιότητα του δεν είχε φανεί και σε λίγο ξυπνήσανε και οι κότες. Γύρισα στο δωμάτιο μου τυλίχτηκα στις κουβέρτες. Μάνα τώρα πλέον δεν είναι και το έριξα στην μελαγχολία. Γιατί τόση αδικία σε μένα; θα μου πεις τώρα.
Εσύ έχεις ξεμακρύνει από την ηλικία την παιδική. Δώρα από τον Αη Βασίλη περιμένεις; Έλα όμως που το παράπονο παρέμεινε μέσα μου και με γέμιζε απορία. Ειδικά τώρα που μου έχουν κόψει και το Δώρο των εορτών και το επίδομα της άδειας. Τον περιμένω με μεγαλύτερη αγωνία. Λες να είμαι ο ίδιος αμαρτωλής;          Λες η πίστη μου να έχει παραμείνει βρέφος; Και γι' αυτό ο άγιος να με τιμωρεί; θέλει ο ίδιος να έχω παραμείνει παιδί και να πιστεύω ακόμα πως τα δώρα τα φέρνει ο άγιος Βασίλης
Με ξυπνήσανε οι καμπάνες της εκκλησίας- Και σκέφτηκα Λες να κοιτάζει, αν πηγαίνω στην Λειτουργία; Ας αλλάξω τακτική, ας πηγαίνω και εγώ. Ποτέ δεν είναι αργεί. Κίνησα και πήγα.
Όλο το χωριό ήταν στοιβαγμένο στο μικρό χώρο στο εκκλησάκι. Μπαίνω, με το μάτι φέρνω ένα γύρο τις εικόνες. Πουθενά δεν βλέπω τον Αη Βασίλη. Δεν μπορεί να λείπει από το εκκλησάκι του χωριού. Τότε πάει να πει πως δεν έχει τελειώσει ακόμα την αποστολή του. Τρέχω σαν κυνηγημένος λαγός και μπαίνω στην κάμαρά μου. Πάνω στο τραπέζι, να ένα μικρό μακρόστενο πακέτο. Το ανοίγω με λαχτάρα και βλέπω ένα νεροπίστολο- Το γεμίζω νερό και άρχισα να πιτσιλάω τους τοίχους. Επιτέλους, ύστερα από τόσα χρόνια ήρθε και σε μένα. Το ξαναγεμίζω νερό και βγαίνω στο δρόμο και όποιον έβλεπα μπροστά μου τον κατάβρεχα. Άλλοι με' έβριζαν άλλοι με πέρναγαν για τρελό, Εγώ όμως δεν έδινα σημασία το γέμιζα ξανά και ξανά. Μέχρι το απόγευμα είχα καταβρέξει όλους τους χωριανούς. Ένας έμενε ακόμα.

    Εγώ το ξαναγεμίζω και το στρίβω στα μούτρα μου. Μόλις πέσανε οι πρώτες σταγόνες... ξύπνησα. Κοιτάω, ψάχνω, ψάχνω για το πιστόλι μα δεν το βρίσκω πουθενά. Ανοίγω την πόρτα, το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει. Άλλη μια χρονιά λησμονημένος από τον άγιο Βασίλη. Ξαναχώθηκα στις κουβέρτες. Ποιος ξέρει μπορεί να ξανάρθει, μπορεί να τον ξαναδώ, μα έτσι κι αλλιώς μήπως τον έχει δει κανένας;

*Ο κ. Θεόδωρος Σαρέλας, είναι κειμενογράφος, κάτοικος Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια