4 Νοεμβρίου 2018 : ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ
ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ!
Ή άπάτη τής χωρίς θεό «εύημερίας»
Τό πρώτο ψέμα τό ξεσκεπάζει μέ τό διεισδυτικό του βλέμμα ό ‘ιερός Χρυσόστομος: «Ό πλούσιος άπ’ έξω φορούσε πορφύρα καί βύσσο, ένώ ή ψυχή του ήταν γεμάτη άράχνες· τό σώμα του μοσχοβολούσε αρώματα, ένώ ή ψυχή του εξέπεμπε αφόρητη δυσωδία· τή δούλη σάρκα τήν χόρταινε μέ ποικιλία φαγητών, ένώ τή δέσποινα ψυχή τήν άφηνε νά πεθαίνει τής πείνας». «Εστω κι άν δέν απέκτησε τόν πλούτο του μέ άπάτες καί κλεψιές, ή άσπλαχνία του πρός τόν Λάζαρο τόν έκανε τόσο φτωχό σέ ανθρωπιά καί αγάπη, ώστε νά καταντάει άγνώριστος στον θεό τής άγάπης. «Ενας άνθρωπος τόσο άδικος, γιά τόν θεό δέν έχει ούτε όνομα, άφοΰ μόνο «τών δικαίων τά ονόματα έν βίβλω ζωής απογράφονται» κατά τόν άγιο θεοφύλακτο.
Αντίθετα, ό έπώνυμος Λάζαρος, έχοντας απαρνηθεί τήν ψευδή χωρίς θεό ευημερία, στήριζε τήν ελπίδα του στον θεό. Γι’ αυτό -συνεχίζει ό άγιος τής ‘Αχρίδος- έστω κι άν είχε πρόσθετο βάσανο τό νά βλέπει «τούς άλλους ύπερτρυφώντας καί τόν εαυτόν του νά πεινάει, δέν βλασφήμησε ούτε γόγγυσε, δεν κατηγόρησε τήν πολυτελή ζωή τοϋ πλουσίου οΰτε κατέκρινε τήν απανθρωπιά του, άλλα ϋπέμενε μετά πολλής τής φιλοσοφίας». Καί ό πραγματικά φιλόσοφος Λάζαρος, άσκούμενος στην πιό απεχθή γιά τόν πλούσιο φιλοσοφία, στην υγιή μελέτη τοϋ θανάτου, τρεφόταν μέ τήν ελπίδα τής Άνάστασης έτσι καταργούσε καί τό δεύτερο ψέμα, δηλαδή τό δήθεν τελεσίδικο καί αήττητο τοΰ θανάτου.
Ποιός είναι ό αϊτιος τοϋ χάσματος;
Πραγματικά, καί γιά τούς δύο ό θάνατος αποδείχθηκε όχι τέλος άλλα μετάβαση- τοϋ μεν Λαζάρου στην αγκαλιά τοϋ «πατέρα των πιστευόντων» πατριάρχη Αβραάμ, τοϋ δέ πλουσίου στον «Αδη. Εδώ οι άνατροπές είναι συγκλονιστικές. Τώρα πλέον είναι ό πλούσιος έκεΐνος, πού -κατά τόν Χρυσορρήμονα- «υποφέρει περισσότερο άπό όσο υπέφερε στή ζωή του ό Λάζαρος» βλέποντάς τον, εκείνον μέν νά έχει παρρησία στον θεό καί νά απολαμβάνει μεγάλη ευφροσύνη, τόν εαυτό του δέ νά βρίσκεται σέ τέτοια αισχύνη καί νά βασανίζεται άπό τό πϋρ τής κολάσεως. Καί αύτός πού δέν καταδεχόταν τότε οΰτε νά κοιτάξει τόν Λάζαρο άπό περιφρόνηση, χώρα πού τόν έχει ανάγκη δεν άντέχει οΰτε νά γυρίσει νά τόν δει γιά νά τοϋ ζητήσει βοήθεια. «Ετσι, άποτολμάει νά ίκετεύσει τόν πατριάρχη, προκαλώντας τή δίκαιη επίπληξη τοϋ αγίου Ιωάννη: «Πώς άποκαλεϊς «πατέρα» τόν Αβραάμ, άφοΰ δεν φρόντισες καθόλου νά τοΰ μοιάσει; Έκεΐνος φιλοξενούσε τούς πάντες, ένώ έσύ οΰτε βλέμμα δέν έριξες σέ φτωχό».
«Ομως ό πατριάρχης Αβραάμ δέν τόν έπιπλήττει. «Άντί νά τοΰ άπαντήσει «απάνθρωπε, δέν ντρέπεσαι;», τόν προσφωνεί τρυφερά: «τέκνον». Τί συμπαθής καί αγία ψυχή!» θαυμάζει ό άγιος θεοφύλακτος. Όμως, έκτός «τής συμπαθοΰς φωνής» τίποτε άλλο δέν μπορεί νά τοΰ προσφέρει. Τό χάσμα πού τούς χωρίζει εϊναι άγεφύρωτο· όχι βέβαια έξαιτίας τοΰ θεού, άλλα διότι ό ϊδιος ό πλούσιος σέ όλη του τή ζωή περιφρονούσε τίς «γέφυρες» πού ό θεός έστηνε ανάμεσα σ’ Αύτόν καί τούς άνθρώπους, δηλαδή τόν Μωϋσή και τούς Προφήτες. «Οσο ό άνθρωπος εκούσια αγνοεί ή καί γκρεμίζει αύτές τίς «γέφυρες», τόσο ό θεός δεν μπορεί νά τόν πλησιάσει καί νά τόν σώσει. Καί αδυνατεί ό θεός νά κάνει κάτι τέτοιο, γιατί δέν θέλει νά καταργήσει τήν ελευθερία μας.
Ποίησόν με Λάζαρον!
Τό ελεύθερο «ναί» τοϋ ανθρώπου στην κλήση τοϋ θεοϋ δέν εκβιάζεται μέ τίποτα· ούτε μέ θαΰμα άνάστασης νεκρού. Γι’ αυτό καί ό πατριάρχης Αβραάμ, στό ανώφελα φιλάνθρωπο αίτημα τοΰ πλουσίου νά στείλει τόν Λάζαρο γιά νά αφυπνίσει τά αδέλφια του, τοϋ υπενθυμίζει ότι «ό θεός έχει φροντίσει νωρίτερα καί περισσότερο άπό σένα γι’ αυτά, στέλνοντάς τους πολλούς διδασκάλους. «Αν δέν άκουσαν αύτούς, ούτε αναστημένο νεκρό θά ακούσουν».
Μετά άπό αυτά, καταρρέει τό σύνηθες έπιχείρημα-άπαίτηση των δύσπιστων ή απίστων ότι «μόνο άν δώ θαύμα, θά πιστέψω». Τά θαύματα στηρίζουν λιγότερο ή περισσότερο τήν πίστη, άλλα δέν εϊναι βασική προϋπόθεση της. Κύριο προαπαιτούμενο πίστης είναι ή κάθαρση τής καρδιάς άπό τά πάθη καί ή απροκατάληπτη μελέτη τοϋ λόγου τοϋ θεοϋ. Αυτή τή σωτήρια αλήθεια πολύ παραστατικά μαρτυρεί ένα τροπάριο τής Έκκλησίας μας: «Όπως στην παραβολή ό πλούσιος είχε πολλά υλικά αγαθά, έγώ είμαι πλούσιος σέ πάθη· καί μέ μεγάλη άσπλαγχνία αδιαφόρησα γιά τήν ψυχή μου, πού πεταμένη μπροστά στίς πύλες τής μετανοίας πεθαίνει άπό πείνα τών αρετών. Αλλά, έσύ, Κύριε, κάνε με «Λάζαρο», φτωχό όχι σέ χρήματα άλλα σέ αμαρτήματα· καί βάλε με στην αγκαλιά τοΰ πατριάρχη Αβραάμ».
Άρχιμ. Β. Λ.
Αφήστε ένα σχόλιο