Header Ads

11 Νοεμβρίου 2018 : ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ


ΓΙΝΕ «ΠΛΗΣΙΟΝ»

«Ενας, διδάσκαλος μεν τοϋ Μωσαϊκού νόμου, άπόγονος δε τοϋ πεπτωκότος Αδάμ πού δίδαξε «δικαιοΰν έαυτούς», έρχεται νά πειράξει τόν Χριστό, κάνοντας πώς δεν ξέρει ποιός είναι ό πλησίον πού πρέπει νά αγαπάμε γιά νά κληρονομήσουμε τήν αιώνια ζωή. Αυτό πού σίγουρα δεν ήξερε ό ταλαίπωρος, ήταν ότι μιλούσε με τόν νέο Αδάμ, πού, γιά νά μάς θεραπεύσει άπό τόν εγωισμό τής αύτοδικαίωσης καί νά μάς αναπλάσει, έγινε όχι άπλώς «πλησίον» μας, άλλα καταδέχθηκε στό Πρόσωπο του νά ενωθεί ή θεία μέ τήν ανθρώπινη φύση.

«Πλησίον»: όχι τόπος, αλλά τρόπος
Ό Χριστός μετά τή διήγηση τής παραβολής, άνατρέποντας τό υποκριτικό ερώτημα του, τόν ρώτησε: «Ποιός άπό τούς τρεΐς, άπό αύτούς πού συνάντησαν τό θύμα των ληστών, νομίζεις ότι έγινε πλησίον του;». Μέ άλλα λόγια τοϋ είπε: «Πλησίον» δέν είναι τόπος, άλλα τρόπος. Δέν είναι κάποιος άναγκεμένος πού βρέθηκε τυχαία κοντά σου. «Πλησίον» γίνεσαι έσύ μέ τόν τρόπο τής συμπαράστασης καί τής άγάπης σου πρός αυτόν. Ό «πλησίον» δέν εϊναι ό άλλος. «Πλησίον» γίνεσαι έσύ στον άλλον- καί μάλιστα πρός όλους άδιακρίτως έκείνους, πού έχουν ανάγκη έλέους καί βοηθείας, δικούς σου καί ξένους, καλούς καί κακούς «ού γένει διορίζων, ούκ αρετή δοκιμάζων, άλλα τη φύσει συναπτών» (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας). Τό ότι ό έμπερίστατος άλλος είναι ό συνάνθρωπός σου είναι αρκετό γιά νά τόν θεωρήσεΐς «πλησίον» σου.

«Πλησίον» όχι στά λόγια, αλλά στην πράξη
Φυσικά ένα τέτοιο γνήσιο πλησίασμα στον άλλο δέν μπορεί νά περιορίζεται μόνο σέ λόγια τοϋ τύπου «υπάγετε έν ειρήνη, θερμαίνεσθε καί χορτάζεσθε», χωρίς νά δώσει κανείς «τά επιτήδεια τοϋ σώματος» (Ίακ. 2,16). Γιά νά γίνεις πλησίον στον άλλον, χρειάζεται νά βγεϊς άπό τό βόλεμα σου καί άπό τό πρόγραμμα σου, τό όποιο θά ήθελες όλοι καί όλα νά τό υπηρετούν. Ίσως παραστεί ανάγκη καί νά διανυκτερεύσει στό «πανδοχείο», όπου έφερες τόν αδελφό γιά περίθαλψη. Καί ϊσως νά μη φτάσουν τά δύο δηνάρια καί νά χρειαστεί νά «προσδαπανήσεΐς» αρκετά γιά την αποθεραπεία του. Ό Ντοστογιέφσκι στούς «Άδελφούς Καραμάζωφ», καταγγέλλοντας τό όχι σπάνιο σύμπτωμα γενικής άγαπολογίας, χωρίς όμως διάθεση έμπρακτης καί θυσιαστικής προσφοράς στον πλησίον, παρουσιάζει κάποιον γιατρό νά λέει: «Εγώ όσο περισσότερο αγαπώ τήν ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπώ τόν κάθε άνθρωπο χωριστά. Στίς ονειροπολήσει μου συχνά λαχταρώ μέχρι πάθους νά εξυπηρετήσω τήν ανθρωπότητα. «Ομως δέν μπορώ ούτε δυό μέρες νά ζήσω στό ίδιο δωμάτιο μέ άλλον άνθρωπο. Μόλις βρεθεί κάποιος κοντά μου, νιώθω πώς μοΰ πληγώνει τήν ατομικότητα μου καί μοϋ περιορίζει τήν ελευθερία μου. Μπορώ μέσα σέ ένα εικοσιτετράωρο νά μισήσω καί τόν πιό καλό άνθρωπο, άλλον γιατί τρώει αργά, άλλον γιατί έχει συνάχι καί σκουπίζει συνεχώς τή μύτη του. Γίνομαι -δέν ξέρω πώς- έχθρός τών ανθρώπων, μόλις οί σχέσεΐς μας γίνουν κάπως στενότερες. Μά γι΄ αυτό, όσο περισσότερο μισώ όρισμένους άνθρώπους προσωπικά, τόσο πιό φλογερά αγαπώ τήν ανθρωπότητα στό σύνολο της».

«Ούκ έκ Σαμαρείας, άλλ’ έκ Μαρίας»
Στό πρόσωπο τοϋ καλού Σαμαρείτη ή αλληγορική πατερική ερμηνεία αναγνωρίζει τόν Χριστό. Αυτή τήν ερμηνεία ακολουθούν καί οϊ θεραπαινίδες τής έκκλησιαστικής λατρείας, ύμνογραφία καί αγιογραφία, χορταίνοντας τόν νοΰ καί τίς αίσθήσεις μας με θρεπτικότατους καρπούς. Ό Χριστός, ό όποϊός γιά άλλους λόγους κατηγορήθηκε από τούς Ίουδαίους ότι είναι «Σαμαρείτης», δεν ανέχθηκε άπλώς... τό «συνάχι» μας άλλα -κατά τόν προφήτη Ήσαϊα-«τάς άσθενείας ημών έλαβεν καί τάς νόσους έβάστασεν». Καί άφοΰ ό Ίερέας καί ό λευΐτης, δηλαδή ό Μωσαϊκός νόμος καί οϊ προφήτες, δεν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τήν καταπληγωμένη άπό τούς δαίμονες ανθρώπινη φύση μας, ήλθε ό Ίδιος «έν όμοιώματι ανθρώπων γενόμενος» καί μάς βρήκε πραγματικά «ήμιθανεΐς». Καί άφοΰ πρώτα καθάρισε τά τραύματά μας μέ «έλαιον καί οϊνον», δηλαδή μέ τήν ίλαρότητα, άλλα καί τήν αύστηρότητα τής διδασκαλίας του, τά έδεσε μέ τά θεραπευτικά δεσμά τών έντολών του. Μετά, όχι άπλώς μάς ανέβασε «έπί τό ίδιον ύποζύγιον», άλλα «μας φορτώθηκε» στό Σώμα του, ή μάλλον κάτι άσύγκριτα άνώτερο: καταδέχθηκε νά μάτ κάνει μέλη τοϋ Σώματός του.
«Ετσι μάς έφερε στό «πανδοχείο», πού εϊναι ή Εκκλησία του. Σ’ αύτήν καί στούς προεστώτες της, άγίους άποστόλους καί τούς διαδόχους τους, μάς εμπιστεύθηκε άφήνοντας κατ’ αρχήν γιά «έξοδα θεραπείας», ώς «δύο δηνάρια», τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη. Αύτόν τόν πλοϋτο οι άγιωτατοι ποιμενες καί διδάσκαλοι τής Έκκλησίας, κατά τόν άγιο Κύριλλο, «μετά πόνων καί Ίδρώτων έπλάτυναν καί ηΰξησαν»· καί, όπου χρειάστηκε, «οίκοθεν προσεδα-πάνησαν», δηλαδή άσκησαν μέ προσωπική ευθύνη ποιμαντική οικονομία, ώστε ή θεραπεία μας νά είναι αποτελεσματική. Καί τήν τελευταία ήμερα, πού θά επανέλθει ό Δεσπότης, «αποδώσει πάσι τάς άμοιβάς» άπό τό άνεξάντλητο ταμεΐο τοϋ έλέους του. «Οντως, πώς νά μήν είναι άνεξάντλητο, άφοΰ Αύτός, ό Κύριος τοΰ Πανδοχείου, είναι -κατά τόν υμνωδό- «ό τοϊς ήλοΐς καί τη λόγχη τό Σώμα τραυματισθείς έκουσίως διά άμαρτίας ανθρώπων, καί τήν κοινήν τελέσας διά Σταυροϋ σωτηρίαν έν Ιερουσαλήμ».

Αρχιμ. Β. Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια