Header Ads

21 Οκτωβρίου 2018: ΚΥΡΙΑΚΗ ς’ ΛΟΥΚΑ


ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΣ Ή ΣΩΤΗΡΑΣ ;

Ο Χριστός ερχόμενος στη χώρα των Γαδαρηνών συναντάει μια λεγεώνα δαιμόνων, που είχαν «καταλάβει» έναν ταλαίπωρο άνθρωπο. Αποκαλυπτικός είναι ο διάλογος του Πλάστη με τους εκπεσόντες αγγέλους του. Πλάσματα, που εξαιτίας του εγωισμού τους δεν θέλησαν να ανταποκριθούν στην αγάπη του, επιχειρούν με θράσος να τον διαβάλουν ώς αρχιβασανιστή. «Ποια σχέση έχουμε εμείς με σένα, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου;». Και συνεχίζουν συμπλέκοντας με το θράσος τη δειλία: «Σε παρακαλούμε μη μας βασανίσεις». «Βλέπε θάρσει πολλω και απονοία συμπεπλεγμένην δειλίαν» επισημαίνει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Από που κι ως που «βασανιστής» ο Θεός της αγάπης;
Γιατί μίσος για τον «υπερβολικά φιλεύσπλαχνο»;
Ίσως μας βοηθήσει να απαντήσουμε ο φιλόσοφος Νίτσε. Στο τέταρτο κεφάλαιο του έργου του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», μέσα σε ένα άγριο τοπίο με μαύρους και κόκκινους βράχους, αγκάθια και σιχαμερά ερπετά παρουσιάζεται στον Ζαρατούστρα μιά απαίσια μορφή, ο,τι πιό αποκρουστικό μπορεί να φανταστεί κανείς, και τον ρωτάει: «Πές μου, ποιός είμαι;». Κι εκείνος του λέει: «Είσαι ο δολοφόνος του Θεού. Δεν ανεχόσουν Αυτόν που σε έβλεπε·και εκδικήθηκες αυτόν τον μάρτυρα των έργων σου». Και το αποκρουστικό πλάσμα του απαντάει: «Ναί! Ο Θεός που τα έβλεπε όλα, έπρεπε να πεθάνει. Ο οίκτος του χωνότανε και στις πιό βρόμικες γωνιές μου. Έναν τέτοιον υπερβολικά περίεργο, αδιάκριτο και πονόψυχο έπρεπε ή να τον εκδικηθώ ή εγώ να πάψω να ζώ».
Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τον διάβολο στην αποκρουστική μορφή που εμφανίστηκε στον Ζαρατούστρα. Αλλά γιατί τόσο μίσος πρός τον Θεό, ο οποίος βλέπει μεν και τις πιό κρυφές γωνιές της καρδιάς μας, αλλά -όπως παραδέχεται ακόμα και ο διάβολος- μας αντιμετωπίζει με «υπερβολικά πονόψυχο» τρόπο; Πόσο φρικτό είναι να ομολογεί -πάλι ο διάβολος στο παραπάνω έργο του Νίτσε- ότι γι’ αυτόν, «το να μην θέλει να τον βοηθήσει κανείς είναι πιό ευχάριστο από κάθε αρετή, που βιάζεται πάρα πολύ να τον βοηθήσει»; Πόσο μεγάλη διαστροφή είναι να επιμένει ότι όχι μόνο θα προτιμούσε αλλά «θα καμάρωνε και θα χαιρόταν, αν τον καταδίωκε κάποιος με μίσος και με χωροφύλακες»;
Η σωτήρια «καταδίωξη»
Ο Χριστός, όμως, έρχεται στα Γάδαρα «να καταδιώξει με το έλεός του» ένα εξαθλιωμένο πλάσμα του·έρχεται, όχι για να το βασανίσει, αλλά να το σώσει από τους μόνους αληθινούς βασανιστές του, τους δαίμονες. Και με το ίδιο έλεος, ναι, με την ίδια αγάπη, αγκαλιάζει και τη λεγεώνα των πεπτωκότων αγγέλων του, και τους δίνει μιά ακόμη ευκαιρία επιστροφής. Κατά τους άγιους Πατέρες η οριστική ατρεψία των αγγέλων και των δαιμόνων επήλθε με την κορυφαία πράξη αγάπης του Δημιουργού προς τα πλάσματά του, τη σταυρική του θυσία. Άρα ακόμα υπήρχε και για την έν λόγω λεγεώνα κάποια ελπίδα σωτηρίας.
Αυτοί, όμως, επειδή δεν ήθελαν να «θυσιάσουν» τη βορβορώδη ζωή τους, προτίμησαν να «πνιγούν» μαζί με τους ομοτρόπους τους χοίρους, αφού, βεβαίως, αναγκάστηκαν να ζητήσουν την άδεια του Πλάστη, για να μπουν στα άλογα αυτά πλάσματα. Δυστυχώς, παρόμοια απροθυμία για θυσίες παρουσίασαν και οι κάτοικοι των Γαδαρηνών. «Φοβήθηκαν», λέει ο άγιος θεοφύλακτος, «μήπως πάθουν και κάτι άλλο επιζήμιο, όπως η απώλεια των χοίρων». Τους είχε τυφλώσει τόσο η εγωκεντρική προσκόλλησή τους στα υλικά αγαθά, ώστε δεν καταλάβαιναν ότι το πιό επιζήμιο από όλα ήταν η παρουσία των δαιμόνων μέσα σ’ έναν συνάνθρωπό τους. Και αντί να χαρούν και να δοξάσουν τον Χριστό για την απελευθέρωση του συγχωριανού τους από τέτοια «κατοχή», πήγαν και τον παρακάλεσαν να φύγει από το χωριό τους.
Η αποκάλυψη - κάλεσμα
Σίγουρα δεν είναι η μοναδική περίπτωση που ο Χριστός συνάντησε τέτοια συμπεριφορά. Από τότε που νήπιο έφυγε εξόριστος στην Αίγυπτο, η παρουσία του ενόχλησε πολλούς· και τόσο συχνά κινήθηκαν απειλητικά εναντίον του, ώστε προετοίμασε και τους μαθητές του με τα λόγια: «Ει εμέ έδιωξαν, και υμάς διώξουσιν» (Ίωάν. 15,20). Κορυφαία, βέβαια, περίπτωση μίσους και τύφλωσης μπροστά σε θαύματά του είναι η απόφαση των αρχιερέων να σκοτώσουν -εκτός από Αυτόν- και τον τετραήμερο Λάζαρο, επειδή πολλοί, εξαιτίας της ανάστασής του, πίστευαν στη θεότητα του Χριστού.
Όταν εσύ ο ίδιος κρατάς τα μάτια σου κλειστά και τα ανοίγεις μόνο για να καμαρώνεις το αυτοθεωμένο εγώ σου, τότε είναι «φυσικό» να σε ενοχλεί το φως που σου αποκαλύπτει την πικρή αλήθεια, ότι τελικά όχι μόνο δεν είσαι «πλούσιος», όπως νόμιζες, αλλά είσαι και «ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός» (‘Αποκ. 3,17). Αυτή όμως η όντως «υπερβολικά πονόψυχη» αποκάλυψη από Αυτόν που τα βλέπει όλα, είναι ουσιαστικά το πιο φιλάνθρωπο κάλεσμα στη σωτηρία·στη σωτηρία που μας χάρισε αυτός ο «δολοφονημένος Θεός» με τον Σταυρικό του θάνατο. Γιατί με τον δικό του ζωοποιό σταυρό πάτησε τον θάνατο, κατάργησε τον διάβολο και μας χάρισε ζωή αληθινή και αιώνια.

Άρχιμ. Β. Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια