14 Οκτωβρίου 2018 : ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΛΟΥΚΑ
ΓΙΝΕ ΓΗ ΑΓΑΘΗ!
Πώς αχρηστεύεται το χωράφι;
Η ερμηνεία που κάνει ο Ίδιος στην παραβολή αποκαλύπτει την οδυνηρή αλήθεια ότι εμείς, οι πεπτωκότες άνθρωποι, δεν «τρελαινόμαστε» κιόλας για να ακούσουμε τα λόγια του. Δεν μας είναι -όπως θα έπρεπε- «επιθυμητά υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον πολύν» ούτε «γλυκύτερα υπέρ μέλι και κηρίον» (Ψαλμ. 18, 11). Αφήσαμε την καρδιά μας να γοητευτεί από την απατηλή γλύκα των παθών μας. Έτσι εγκαταλείφθηκε ακαλλιέργητη και άγονη, και κατάντησε σαν την «σκληράν και ανήροτον οδόν», κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «που την ποδοπατάνε, μαζί μέ τα πάθη μας, οι δαίμονες και ο κόσμος που κείται έν τω πονηρώ». Την «εξευτελίσαμε», κατά τον επίσης Αλεξανδρινό ποιητή, «μές στην πολλήν συνάφεια του κόσμου, μές στες πολλές κινήσεις και ομιλίες... εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία». Σε μιά τέτοια καρδιά ο σπαρμένος λόγος του Θεού θα είναι «ακροθιγώς επικείμενος», αφού η ραθυμία μας δεν μας άφησε να τον «κατακρύψωμε» βαθιά μέσα μας, για να ριζώσει και να καρποφορήσει. Και ο διάβολος πανεύκολα, σαν τα πουλιά, «αίρει τον λόγον» όποτε θέλει από την καρδιά μας.
Πετρώδες έδαφος είναι η καρδιά του μικρόψυχου, που -κατά τον Ζιγαβηνό- δεν έχει «γην πολλήν, ήτοι σταθερότητα»· δεν έχει αρκετό χώμα για να δεχθεί τον σπόρο και να φυτρώσει. Τα αγκάθια, τέλος, που τα αφήνουμε να μεγαλώνουν και να συμπνίγουν τον σπόρο, τα επισημαίνει πιό εύστοχα ο ευαγγελιστής Ματθαίος μιλώντας για «μέριμναν του αιώνος τούτου και απάτην του πλούτου». «Πρόσεξε», λέει ο ιερός Χρυσόστομος. «Δεν είπε ότι ο αιών ούτος, δηλαδή το να ζούμε σ’ αυτή την εποχή, ή ότι ο πλούτος συμπνίγει τον σπόρο αλλά η μέριμνα του αιώνος και η απάχη του πλούτου. Μην κατηγορούμε τα πράγματα αλλά τη δική μας διεφθαρμένη γνώμη». Δεν είναι ο κόσμος ούτε η εποχή μας, που «δεν μας αφήνουν να αγιάσουμε», αλλά η κακή μας προαίρεση.
Ζήτα ελεύθερα να μάθεις!
Και το «ύμιν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού» το είπε ο Χριστός στους μαθητές του, όταν του ζήτησαν ερμηνεία της παραβολής, όχι γιατί είναι προσωπολήπτης. Δεν κάνει διακρίσεις ο Χριστός, ούτε προαποφασίζει ποιός θα σωθεί. Το «υμίν», εξηγεί ο άγιος θεοφύλακτος, αναφέρεται «τοις ζητούσιν μαθειν». Όλοι ανεξαιρέτως, όσοι ελεύθερα διψάνε να μάθουν τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, γίνονται «εκλεκτοί», όχι γιατί τους επέλεξε αυθαίρετα ο Θεός, αλλά γιατί αυτοί τον επέλεξαν κάνοντας καλή χρήση της ελευθερίας τους.
Επομένως, μόνο η δική μας «διεφθαρμένη γνώμη», καρπός της δικής μας κακής χρήσης της ελευθερίας, είναι η βασική αιτία που κάνει τα από τον Θεό δοσμένα «καλά λίαν» χωράφια των καρδιών μας να καταντήσουν, άλλο μεν πατημένος δρόμος, άλλο δε πετρώδες έδαφος και άλλο λόγγος γεμάτος αγκάθια. Γι’ αυτό και ο Χριστός κινούμενος από την άπειρη φιλανθρωπία του ταπεινώνεται, και ως δήθεν «άπειρος» (χωρίς πείρα) γεωργός σπέρνει όχι μόνο στην «αγαθή γη» των αγίων, αλλά και στα ακαλλιέργητα εδάφη των αμαρτωλών. Και περιμένει γεμάτος αγωνία, πότε ο άνθρωπος ελεύθερα θα καταλάβει, ότι βασικός σκοπός της ζωής του είναι να καλλιεργεί αυτό το χωράφι, αυτή την πανάκριβη προίκα «του Κυρίου Σαβαώθ, το ηγαπημένον νεόφυτον», που λέει ο προφήτης Ησαΐας, το «Θεού γεώργιον», που θα πει ο απόστολος Παύλος.
Η αγωνία του Χριστού
Σ’ αυτή την αγωνία απάντησε θετικά, έστω σχετικά σε όψιμη ηλικία, ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης Νικολάι Γκόγκολ, και σε νεότερη ηλικία, το «πνευματικό του τέκνο», ο Ντοστογιέφσκι. Το 1849 μιά απλή γυναίκα έδωσε στον 28χρονο αναρχικό Ντοστογιέφσκι μιά Καινή Διαθήκη, ενώ έφευγε για τη Σιβηρία καταδικασμένος σε τετραετή εξορία. Τον πρώτο καιρό έσκιζε σελίδες για να καθαρίζει το τσιμπούκι του. Κάποια στιγμή όμως θέλησε από περιέργεια να διαβάσει. Έτσι άφησε αυτό το «ακρωτηριασμένο» Ευαγγέλιο να μπει σαν σπόρος στη μέχρι τότε άγονη ψυχή του και να τον μεταμορφώσει σε πολύκαρπο δένδρο, που συνεχίζει να τρέφει με τους χυμώδεις καρπούς του τους «πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνην» του Θεού.
Αγωνιά ο Χριστός. «Έμεινα», φωνάζει, «του ποιήσαι δικαιοσύνην». «Περιμένω τι καρπούς θα κάνεις. Περιμένω πολλούς και καλούς καρπούς από το χωράφι, που σου χάρισα». Ας μην τον απογοητεύσουμε· ας μην τον κάνουμε για κανένα μας να θρηνήσει με το στόμα πάλι του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐα λέγοντας: «Έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν, εποίησεν δε ακάνθας έμεινα του ποιήσαι δικαιοσύνην, εποίησεν δε ανομίαν» (5,4).
Αρχιμ. Β. Λ.
Αφήστε ένα σχόλιο