Header Ads

ΜΕ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ (Φ. 1987)

 

 


     Βαγγέλης Δ. Κόκκινος, ο νεότερος *

 

Ολιγάρχες, δικαστήρια και αίθουσες σύνταξης


Στην Ελλάδα, η πίεση που ασκείται στον Τύπο έχει ενταχθεί για τα καλά στον πυρήνα της «νομιμότητας» με αγωγές, επιθεωρήσεις, παρακολούθηση και πειθαρχία των συντακτών, αναλαμβάνοντας πια το έργο που δεν χρειάζεται να επιτελεί η ανοιχτή λογοκρισία. Γι’ αυτό οι SLAPPs,  οι στρατηγικές νομικές αγωγές ενάντια στη συμμετοχή του κοινού, δεν αποτελούν δευτερεύον ζήτημα για την ελληνική δημοσιογραφία, αλλά ένα από τα λειτουργικά συστήματα της σύγχρονης εξουσίας που στόχο έχει να φιμώσει.

Ο όρος SLAPPs αποτελεί απόδοση του αγγλικού όρου «strategic lawsuits against public participation» και αναφέρεται στις αγωγές που κατατίθενται από κάποιο ισχυρό πρόσωπο/οργανισμό (π.χ. μια επιχείρηση ή έναν υψηλά ιστάμενο αξιωματούχο) ενάντια σε μη κυβερνητικά πρόσωπα ή οργανισμούς, που εκφράζουν κριτική απέναντί τους, σχετικά με κάποιο ζήτημα κοινωνικού ή πολιτικού ενδιαφέροντος. 

Η οργάνωση «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» (RSF) κατατάσσει πλέον την Ελλάδα στην 86η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026. Αυτή η μικρή βελτίωση από την 89η θέση το 2025 δεν πρέπει να παραπλανήσει κανέναν: η Ελλάδα παραμένει το κράτος μέλος της ΕΕ με τη χαμηλότερη κατάταξη, κάτω από χώρες με πολύ πιο σύντομη δημοκρατική παράδοση. Η RSF περιγράφει μια «συστημική κρίση» από το 2021, αναφέροντας την ανεξιχνίαστη παρακολούθηση δημοσιογράφων, που επιχειρήθηκε να μπει στο συρτάρι από τον επίμαχο εισαγγελέα, τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ που παραμένει επίσης ανεξιχνίαστη, τις συνηθισμένες διαδικασίες SLAPP και καταχρηστικών μηνύσεων και μια αγορά μέσων ενημέρωσης που κυριαρχείται από λίγους επιχειρηματίες με συμφέροντα σε αυστηρά ρυθμιζόμενους τομείς.

Αυτό είναι το σημείο που συχνά αμβλύνεται στο δημόσιο διάλογο. Τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης ανήκουν σε επιχειρηματικούς ομίλους των οποίων η τύχη εξαρτάται συχνά από τη ναυτιλία, τις κατασκευές, την ενέργεια, την ποδοσφαιρική βιομηχανία, τον τραπεζικό τομέα, τις κρατικές συμβάσεις ή τις άδειες. Σε μια τέτοια δομή, η συντακτική ανεξαρτησία δεν καταργείται με διάταγμα, καθώς καθίσταται εμπορικά παράλογη από το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας των ΜΜΕ. Η ίδια πίεση γίνεται αισθητή και στους δρόμους, στο πεδίο εργασίας των ρεπόρτερ και φωτορεπόρτερ. Η RSF σημειώνει ότι η ελληνική αστυνομία «καταφεύγει τακτικά στη βία και σε αυθαίρετες απαγορεύσεις» για να εμποδίσει τους δημοσιογράφους που καλύπτουν διαδηλώσεις και την προσφυγική κρίση, ενώ πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα κατέγραψε επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων από αστυνομικούς, ειδικά κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων.

Οι SLAPP έρχονται και δένουν σε αυτό το δημοκρατικό τοπίο του λειτουργήματος της δημοσιογραφίας. Μια αγωγή δεν χρειάζεται να κερδηθεί για να λειτουργήσει, καθώς αρκεί να καταναλώνει χρόνο, χρήμα και νεύρα. Η Human Rights Watch ανέφερε το 2025 ότι είχε πάρει συνεντεύξεις από 15 δημοσιογράφους που είχαν αντιμετωπίσει αγωγές ή νομικές απειλές, ενώ το Mapping Media Freedom κατέγραψε 47 ειδοποιήσεις σχετικές με την Ελλάδα μεταξύ Ιανουαρίου 2019 και Ιανουαρίου 2025, που αφορούσαν αστικές αγωγές, δυσφήμιση, ποινικές κατηγορίες, καταδίκες, νομικές προειδοποιήσεις και ανακρίσεις.

Το μοτίβο δεν είναι καθόλου αφηρημένο, καθώς στις 14 Μαΐου 2026, το IPI και οι εταίροι του στο Media Freedom Rapid Response κάλεσαν το Πρωτοδικείο Αθηνών να απορρίψει αυτό που περιέγραψαν ως καταχρηστική SLAPP από την Air Mediterranean εναντίον του MIIR, της Εφημερίδας των Συντακτών, των δημοσιογράφων, των συντακτών και των εκδοτών τους, μετά από μια διασυνοριακή έρευνα για φερόμενες συνδέσεις μεταξύ της αεροπορικής εταιρείας και καταζητούμενων διακινητών στη Συρία και τη Λιβύη.

Οι υποθέσεις γύρω από την κάλυψη του παράνομου λογισμικού υποκλοπών Predator έδειξαν ξεκάθαρα τη μέθοδο. Δημοσιογράφοι και μέσα ενημέρωσης που ερευνούσαν την παρακολούθηση σύρθηκαν σε διαδικασίες δυσφήμισης από έναν πρώην ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο. Τον Απρίλιο του 2025, ένα δικαστήριο της Αθήνας απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία τις αγωγές εναντίον των ερευνητικών μέσων ενημέρωσης, μια σημαντική νίκη, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η δικαίωση μετά από χρόνια πίεσης δεν είναι το ίδιο με την ελευθερία.

Η ελληνική νομοθεσία εξακολουθεί να αφήνει πάρα πολλά όπλα στο τραπέζι. Η αστική δυσφήμιση περιγράφεται από τους δημοσιογράφους ως ο νόμος που «σκοτώνει τον Τύπο»· η ποινική δυσφήμιση παραμένει διαθέσιμη- ακόμη και αξιώσεις σχετικά με την προστασία δεδομένων έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον ρεπορτάζ για θέματα προφανούς δημόσιου ενδιαφέροντος.

Ο Ευρωπαϊκός Νόμος για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, που πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως από τον Αύγουστο του 2025, απαιτεί διασφαλίσεις σχετικά με τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας, τη διαφήμιση του κράτους, τα μέσα δημόσιας υπηρεσίας και το λογισμικό υποκλοπής. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά κείμενα δεν επιβάλλονται από μόνα τους. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν νόμο κατά των SLAPP που να καλύπτει εγχώριες υποθέσεις, την έγκαιρη απόρριψη καταχρηστικών αγωγών, την επιβολή ποινικών εξόδων σε κακόπιστους ενάγοντες, πραγματική διαφάνεια στην ιδιοκτησία και ανεξάρτητο έλεγχο της κρατικής διαφήμισης.

Ο Τύπος δεν είναι ένα επάγγελμα πολυτελείας που ζητά συμπάθεια. Είναι μέρος του δικαιώματος του κοινού να γνωρίζει ποιος κυβερνά, ποιος κερδίζει και ποιος ψεύδεται. Όταν η δημοσιογραφία γίνεται προνόμιο των πλουσίων, η δημοκρατία μετατρέπεται σε παράσταση που σκηνοθετούν όσοι κατέχουν τα μικρόφωνα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια