Η στρατηγική Τραμπ! Πλήγματα τώρα, συμφωνία μετά – αλλιώς καταστροφή (Φ. 1981)
Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης*
Αντί για ανακοίνωση λήξης του πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ έθεσε σαφές χρονοδιάγραμμα πίεσης προς την Τεχεράνη, προειδοποιώντας για συνέχιση και επέκταση των επιθέσεων αν δεν υπάρξει συμφωνία που να καλύπτει τους βασικούς στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ. Άρθρο του Σάββα Καλεντερίδη
Όσοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στον πόλεμο του Ιράν, ανέμεναν με μεγάλο ενδιαφέρον το διάγγελμα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στις 2 Απριλίου 2026. Οι τοποθετήσεις των προηγούμενων ημερών, τόσο του ίδιου όσο και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, είχαν καλλιεργήσει την εντύπωση ότι επίκειται ανακοίνωση για τερματισμό των εχθροπραξιών. Αντί όμως για μήνυμα λήξης του πολέμου, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να απευθυνθεί πρωτίστως στο εσωτερικό ακροατήριό του, ξεκαθαρίζοντας ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα συνεχίσουν τα πλήγματα κατά του Ιράν για ακόμη δύο έως τρεις εβδομάδες, χωρίς ωστόσο να συνδέει αυτό το χρονικό πλαίσιο με οριστικό τέλος της σύγκρουσης.
Αντιθέτως, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι, εφόσον μέσα σε αυτό το διάστημα δεν υπάρξει συμφωνία, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πλήττουν το Ιράν σε καίρια σημεία, εκεί όπου το καθεστώς είναι περισσότερο ευάλωτο.
Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Θα τους χτυπήσουμε εξαιρετικά σκληρά τις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες… Εν τω μεταξύ, οι συζητήσεις συνεχίζονται. Η αλλαγή καθεστώτος δεν ήταν ο στόχος μας. Ποτέ δεν είπαμε αλλαγή καθεστώτος. Αλλά η αλλαγή καθεστώτος έχει συμβεί λόγω του θανάτου όλων των αρχικών ηγετών τους… Η νέα ομάδα είναι λιγότερο ριζοσπαστική και πολύ πιο λογική.
»Ωστόσο, αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν επιτευχθεί συμφωνία, έχουμε βάλει στο μάτι βασικούς στόχους. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, θα επιτεθούμε σε κάθε ένα από τα εργοστάσιά τους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πολύ σκληρά και πιθανώς ταυτόχρονα. Δεν έχουμε χτυπήσει το πετρέλαιό τους, παρόλο που είναι ο ευκολότερος στόχος από όλους, επειδή δεν θα τους έδινε ούτε μια μικρή πιθανότητα επιβίωσης ή ανοικοδόμησης. Αλλά θα μπορούσαμε να το χτυπήσουμε και θα είχε εξαφανιστεί».
Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι είπε, αλλά τι πραγματικά επιδίωξε να μεταδώσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Στην πράξη, ο Τραμπ περιέγραψε τη συνέχιση του πολέμου για ακόμη δύο έως τρεις εβδομάδες ως μέσο άσκησης πίεσης, με σκοπό να αποδυναμωθούν οι δυνατότητες του Ιράν να προβάλει ισχύ και να αντιστέκεται, ώστε να εξαναγκαστεί σε μια πολιτική διευθέτηση. Μια τέτοια συμφωνία, όπως προκύπτει, θα έπρεπε να περιλαμβάνει όρους που θα επέτρεπαν στην Ουάσινγκτον να παρουσιάσει ότι πέτυχε τους βασικούς της στόχους.
Με πιο απλά λόγια, οι ΗΠΑ θα επιδίωκαν δέσμευση της Τεχεράνης σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η μη επανεκκίνηση του πυρηνικού της προγράμματος, το πάγωμα της ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, η παύση χρήσης ναυτικών και άλλων μέσων για την απειλή της διεθνούς ναυσιπλοΐας, καθώς και ο περιορισμός ή τερματισμός της στήριξης και αξιοποίησης ένοπλων πληρεξούσιων οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η Καταΐμπ Χεζμπολάχ στο Ιράκ, η Χαμάς και ο Ισλαμικός Τζιχάντ στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, αλλά και οι Χούθι στην Υεμένη.
Εάν όμως μέσα σε αυτό το ασφυκτικό χρονικό παράθυρο δεν υπάρξει συμφωνία, τότε η Ουάσινγκτον δείχνει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διεύρυνσης των επιθέσεων σε υποδομές στρατηγικής σημασίας για την επιβίωση του καθεστώτος μετά τον πόλεμο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η απειλή για πλήγματα στις ενεργειακές ροές από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μέσω της καταστροφής των σχετικών υποδομών, αλλά και σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μονάδες αφαλάτωσης και άλλα κρίσιμα δίκτυα που στηρίζουν τη λειτουργία του ιρανικού κράτους.
Με άλλα λόγια, η συνέχιση των επιχειρήσεων για ακόμη δύο με τρεις εβδομάδες, σε συνδυασμό με την προειδοποίηση για χτύπημα στις ζωτικές υποδομές της χώρας σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, λειτουργεί ως εργαλείο εξαναγκασμού. Στόχος είναι να πιεστεί η Τεχεράνη ώστε να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα επιτρέψει στον Τραμπ να απεγκλωβίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον πολεμικό βάλτο του Ιράν, έναν βάλτο που βαθαίνει όσο η σύγκρουση παρατείνεται.
Τα στενά χρονικά περιθώρια που θέτει ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξηγούνται μόνο από στρατιωτικούς υπολογισμούς. Συνδέονται ευθέως και με τις εσωτερικές πολιτικές του επιδιώξεις, καθώς και με τα συμφέροντα των Ρεπουμπλικάνων. Εάν η αμερικανική εμπλοκή στον Περσικό Κόλπο παραταθεί και μετατραπεί σε νέο στρατηγικό αδιέξοδο, οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026 ενδέχεται να εξελιχθούν σε σοβαρή πολιτική δοκιμασία για το κυβερνών κόμμα, με κίνδυνο απώλειας του ελέγχου της Γερουσίας, της Βουλής των Αντιπροσώπων ή ακόμη και αμφότερων. Ένα τέτοιο σενάριο θα δημιουργούσε δυσμενείς όρους και για τον επόμενο Ρεπουμπλικανό υποψήφιο στην προεδρική κούρσα.
Οι επόμενες εβδομάδες, επομένως, αναμένονται ιδιαίτερα κρίσιμες. Και όλα δείχνουν ότι το ενδιαφέρον θα παραμείνει στραμμένο στις οθόνες.
*Ο Σάββας Καλεντερίδης είναι αξιωματικός εν αποστρατεία , συγγραφέας και γεωστρατηγικός αναλυτής

Αφήστε ένα σχόλιο