Header Ads

Πού είναι σήμερα οι παρακαταθήκες του Εικοσιένα; (Φ. 1979)

 


Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

  

Εορτάζουμε και εφέτος ακόμη μια φορά την Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, την Επέτειο της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Οι προπάτορές μας της Εθνεγεσίας έσπασαν τελικά τα δεσμά της μακραίωνης δουλείας, που τούς είχαν χαλκεύσει οι Οθωμανοί κατακτητές  τους χωρίς όπλα! Κάθε λογικώς σκεπτόμενος άνθρωπος διερωτάται, πώς ήταν δυνατόν να γίνει αυτό το θαύμα. Ας ακούσουμε, τί έχει να μάς πει γι’ αυτό ένας εκ των πρωταγωνιστών του Εικοσιένα: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος εκλήθη να ομιλήσει στις 8 οκτωβρίου 1838 στους γυμνασιόπαιδες των Αθηνών. Η ομιλία κανονικά έπρεπε να γίνει στον χώρο του 1ου Βασιλικού Γυμνασίου Αθηνών. Επειδή όμως, μόλις μαθεύτηκε η είδηση, μαζεύτηκε πολύς κόσμος, που ήθελε να ακούσει τον Αρχιστράτηγο του Εθικού Απελευθερωτικού μας Αγώνος, ο τότε Γυμνασιάρχης του 1ου Βασιλικού Γυμνασίου Αθηνών, Γεώργιος Σχολάριος, έκρινε ότι η ομιλία έπρεπε να γίνει σε ανοικτό χώρο. Έτσι αποφασίσθηκε η ομιλία του Κολοκοτρώνη να γίνει από τον λόφο της Πνύκας στην μικρή τότε Αθήνα, που ήταν σαν ένα σημερινό χωριουδάκι. Πριν περάσουμε στον λόγο του Γέρου του Μωριά σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι ο λόγος αυτός, ήδη από την πρώτη μετεπαναστική περίοδο, θα έπρεπε να είχε τυπωθεί και να μοιράζεται αδιαλείπτως κάθε χρόνο στα σχολεία κατά την ημέρα της εθνικής μας Επετείου. Πέρα δε από τις άλλες εκδηλώσεις μέσα στα σχολεία (ομιλίες, ποιήματα κλπ.), θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με τους μαθητές. Έτσι σφυρηλατείται καλύτερα η εθνική συνείδηση των Ελληνοπαίδων. Κλείνοντας αυτή την παρένθεση επιστρέφω στον λόγο του Κολοκοτρώνη. Όπως λοιπόν μάς λέει ο Γέρος του Μωριά, «όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μάς είπε, πού πάτε να πολεμήσετε με σιτοκάραβα «βατσέλα», αλλά ως μια «βροχή» έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερία μας».

Μπορεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κολοκοτρώνη, να μη είχαν τότε υλικά όπλα οι προπάτορές μας του Εικοσιένα, για να πολεμήσουν τους Τούρκους, είχαν όμως ένα ακατάλυτο εσωτερικό οπλοστάσιο, το οποίο διαθέτει διαχρονικά ο Ελληνισμός από τα αρχαία  χρόνια: Είναι το παραδοσιακό τρίπτυχο «Πατρίδα-Θρησκεία-Οικογένεια», που ανατροφοδοτείται συνεχώς στην διαδρομή των αιώνων, για να μη μένει ποτέ από εσωτερικά πυρομαχικά ο Ελληνισμός. Στο τρίπτυχο αυτό μάς παραπέμπει άλλοτε ρητώς και τμηματικώς και  άλλοτε εν τω συνόλο του στον σχετικό λόγο του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, διότι είναι εκείνο, που μπορεί να μάς εξηγήσει πειστικά, πώς συνετελέσθη τελικά το θαύμα της Εθνεγερσίας. Το ζήτημα, πώς την εννοούσε την Πατρίδα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μάς το έδειξε εμπράκτως στα πεδία των μαχών, όταν υπερασπίζετο με τα όπλα το ρητό του Σωκράτη «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς» και όταν για χάρη αυτής της πατρίδος απειλούσε με «φωτιά και τσεκούρι τους προσκυνημένους», εκείνους δηλ. οι οποίοι φοβούμενοι την οργή και την εκδίκηση του Σουλτάνου μετά την έκρηξη της Επανάστασης, στην οποία είχαν προσχωρήσει, εδήλωναν μετάνοια και υποταγή στην Υψηλή Πύλη υπογράφοντας τα χαρτιά, που τούς έδιναν να υπογράψουν οι άνθρωποι του Σουλτάνου, για να λάβουν την άφεση και όσα άλλα  ακόμη τούς υποσχόταν για την μετάνοιά τους αυτή ο Σουλτάνος. Οι άλλοι, οι αληθινοί πατριώτες, εχρησιμοποιούσαν τα στήθη τους ως ασπίδες, για να υπερασπισθούν την πατρίδα. Και αυτοί έγιναν τελικά το «λίπασμα» του «δένδρου» της ελευθερίας, που απολαμβάνουμε σήμερα. Αλλιώς θα κυκλοφορούσαμε ακόμη με φέσια και τουρμπάνια στο κεφάλι. Άσχετα αν οι σημερινοί μας ανάξιοι κυβερνήτες προσπαθούν να μάς τα φορέσουν με άλλον τρόπο. Μιλώντας ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματα του, τα Ενθυμήματα της Ελληνικής Φυλής, τα οποία έγραψε καθ’ υπαγόρευσή του ο Γεώργιος Τερτσέτης, που ήταν ένας εκ των δικαστών του στο Ναύπλιο μαζί με το πρωτοπαλλήκαρό του, Δημήτριο Πλαπούτα,, μάς εκμυστηρεύεται ότι ουδέποτε εφοβήθηκε περισσότερο για την έκβαση της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά μόνον όταν εμφανίσθηκε το εκτεταμένο στις λαϊκές τάξεις και επικίνδυνο για το Έθνος «φαινόμενο των Προσκυνημένων».  Για να ανακόψει δε την ροπή πολλών αδύναμων και φοβισμένων ανθρώπων προς το προσκύνημα στον Σουλτάνο, αναγκάστηκε ο Κολοκοτρώνης να λάβει σκληρά μέτρα. Ένα από αυτά ήταν η άμεση εκτέλεση ορισμένων προσκυνημένων προειδοποιώντας πολλούς άλλους επίδοξους μιμητές τους με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Έτσι συγκρατήθηκαν πολλοί από την διολίσθησή τους στην προδοσία της πατρίδος και εσώθηκε τελικά η Επανάσταση.

Πρέπει να διευκρινισθεί εδώ ότι ο πατριωτισμός ως έκφραση γνήσιας και αληθινής αγάπης προς την πατρίδα, όπως προβάλλει μέσα από τον σχετικό λόγο του Κολοκοτρώνη, αντιδιαστέλλεται σήμερα στην βαθειά αλλοτριωμένη Ελλάδα από τον «νέο πατριωτισμό», ο οποίος στην ουσία αποτελεί το ψευδώνυμο του εθνομηδενισμού, της ιδεολογίας δηλ. η οποία παραμερίζει την έννοια της Πατρίδος και του Έθνους και δίνει προτεραιότητα στην διεθνή αλληλεγγύη των λαών. Ο νέος πατριωτισμός δεν αποτελούσε μόνο την κυρίαρχη ιδεολογία της «αριστεράς του τίποτα», που εκυβέρνησε πρόσφατα την χώρα  Ήταν το ιδεολογικό εφαλτήριο και άλλων πολιτειακών παραγόντων, όπως π.χ. ήταν η αλήστου μνήμης πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Σακελλαροπούλου, και εμμέσως ο Πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, ο οποίος την επέλεξε και σε κάποιο χρονικό διάστημα συνέπλευσε μαζί της!  Κατ’ εφαρμογήν του νέου πατριωτισμού ασφυκτιά σήμερα η Ελλάδα από την πλημμυρίδα των μουσουλάνων λαθρομεταναστών, που εισήλθαν στην χώρα με την στήριξη ή την ανοχή όλων των νέο-πατριωτών διακυβεύοντας το μέλλον και την προοπτική του Ελληνικού Έθνους, για την απελευθέρωση του οποίου έδωσαν την ζωή τους οι προπάτορές μας, που ήσαν αληθινοί πατριώτες.

 Ιδιαίτερη μνεία στον δεύτερο «πυλώνα» του παραδοσιακού μας τριπτύχου, την Θρησκεία, κάνει στον σχετικό λόγο του ο Γέρος του Μωριά λέγοντας ότι, «όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος». Γνώριζε πολύ καλά ο Κολοκοτρώνης ότι, εάν έμεινε όρθιο το Έθνος, παρά την μακραίωνη δουλεία του στους αλλόδοξους Οθωμανούς, αυτό το οφείλει στην πίστη του στην Ορθοδοξία. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, ο Σουλτάνος, όταν ήθελε να αλλοτριώσει ένα ραγιά, δεν τού ζητούσε να αλλάξει την πολιτική του ταυτότητα, να γίνει δηλ. Τούρκος, αλλά να αλλάξει την πολιτισμική του ταυτότητα, να αλλάξει δηλ. την πίστη του στον Χριστό και να γίνει μουσουλμάνος.

Ο τελευταίος «πυλώνας» του παραδοσιακού μας τριπτύχου, η οικογένεια, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη επιμαρτυρία, διότι ήταν γνωστό ότι η Ελλάδα της Εθνεγερσίας και για πολλές δεκαετίες μετά από αυτήν ήταν χώρα της πολυτεκνίας.

Αυτές λοιπόν ήσαν οι παρακαταθήκες του Εικοσιένα. Και εάν σήμερα καρκινοβατεί ο ελληνισμός, είναι γιατί απαλλοτρίωσε τις παρακαταθήκες, που περέλαβε. Τίθεται όμως εδώ το ερώτημα, τί γιορτάζουμε τελικά κάθε χρόνο την 25η Μαρτίου, όταν δεν τιμούμε εκείνους που έγραψαν αυτή την χρυσή σελίδα της ιστορίας μας ούτε τις υποθήκες, που μάς άφησαν.  

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια