Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας (Φ.1975)

 

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»

Γνωστά και καθημερινά –174

 

      Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης*

 

Πολλές φορές, στα τόσα χρόνια που υπάρχει αυτή η στήλη, έχει αναφερθεί στα ονόματα που έχουν λάβει τα πράγματα, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις κλπ. και πολλές φορές έχει αποδείξει δια της ατράνταχτης πηγής, της ετυμολογίας, πως η ελληνική γλώσσα υπήρξε κοιτίδα πολλών γλωσσών τού πλανήτη, με την ακρίβεια και την πλαστικότητα που την χαρακτηρίζει.

Κάτι παρόμοιο θα γίνει και σ’ αυτό το φύλλο. Η στήλη θα αναφερθεί σε ελληνικές λέξεις και πώς αυτές παρεφθάρησαν από άλλους λαούς που τις δανείστηκαν, έως αυτές να γίνουν αγνώριστες.

 

Ας ξεκινήσουμε με την λέξη όνομα, σύνθετη λέξη, εκ του ευφων. ο+νέμω. Ξεκινάμε από τον Όμηρο, στον οποίον το ρ. νέμω σημαίνει βόσκω, ποιμαίνω. Όταν όμως έχει την έννοια του διαμοιράζω τότε αναφέρεται κυρίως στο ποτό και στο φαγητό και μάλλον η αρχική σημασία τού ρήματος φαίνεται να αφορά την κτηνοτροφία και κυρίως τον διαμοιρασμό των βοσκοτόπων ή των περιουσιών αργότερα.

Ο νομός, με ε>ο, είναι ο τόπος όπου βόσκουν τα κτήνη, η βοσκή, η χλόη, τα χόρτα, και νομάς ο περιφερόμενος χάριν βοσκής. Ο νόμος είναι ό,τι έχει απονεμηθεί ή δοθεί κατ’ αναλογία, ό,τι κατέχει κάποιος ή μεταχειρίζεται, η χρήση, η συνήθεια και κάθε τι το οποίο λόγω συνήθειας γίνεται νόμος τής πολιτείας, απόφαση, διαταγή. Το όνομα, λοιπόν, είναι και νόμος κατοχυρώσεως ιδιοκτησίας, λέξη με την οποία δηλώνεται πρόσωπο ή πράγμα, δόξα, φήμη κλπ.

 

Όπως παρατηρεί ο Γουσταύος Λε Μπον, «τα ελληνικά ονόματα, έγιναν κοινές λέξεις με άλλες γλώσσες. Κι όμως διεγείρουν διαφορετικές σκέψεις, ιδέες, και μπορεί ακόμη να εκφράζουν τελείως διαφορετικά πράγματα».

Ο Αδαμάντιος Κοραής (Περί Παιδείας και Γλώσσης) είναι πιο δηκτικός: «Εἰς τὰς γλώσσας, πολλάκις ἡ μεταφορὰ γεννᾶ ὀμωνυμίας (γενικῶς Λεξιλόγιον), αἱ ὁποῖαι μακρυνόμεναι ἀπὸ τὴν ἐτυμολογίαν τῆς πρώτης κυρίας λέξεως, φέρουσιν σύγχυσιν εἰς τάς ἀγυμνάστους κεφαλάς...». Το όνομα δηλ., «ἐκεῖθεν ἀρξάμενον ἐντεῦθεν διέτεινεν» (Πλουτάρχου, Συμποσιακά, 694, 3), χωρίς όμως να χάσει την ελληνική του ρίζα: «Καὶ ἐστὶ τὸ ὄνομα ἑλληνικόν» (Αθήναιος).

«Καὶ τὴν γλῶσσαν σφόδρα διάφορον κατέστησαν...», το συνεχίζει ο Γεώργιος Χατζηδάκης.

 

Εδώ θα πρέπει λίγο να σταθούμε, για να διερευνήσουμε πώς συντελούνται οι μεγάλες φθογγολογικές μεταβολές και φωνητικές μεταλλάξεις, που καθιστούν τις λέξεις αγνώριστες, όχι μόνον ηχητικά αλλά και γραπτά.

Ο John Chadwick γράφει σχετικώς: «Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ προφορὰ τῶν λέξεων μεταβάλλεται καὶ παρ’ ὅλο ποὺ κάποτε μία νέα προφορὰ εἰσάγεται, ὑπάρχει ἡ τάσις νὰ διατηρεῖται ἡ παλαιὰ ὀρθογραφία, ἀλλὰ νὰ τῆς δίνεται καινούργια ἀξία καὶ προφορά. Ἕνα μέρος τῆς ἀπαίσιας σύγχυσης τῆς νεώτερης ἀγγλικῆς, ὀφείλεται σ’ αὐτό».

Οι βοηθητικές Επιστήμες τής Ιστορίας προσδιορίζουν τούς πληθυσμούς που έζησαν ή

πέρασαν από διαφόρους τόπους διά μέσου τών αιώνων, μελετώντας προσεκτικά τα τοπωνύμια και τις συνήθειές τους, όπως ακριβώς έκανε ο Στράβων, ο «ἀπὸ τῆς τῶν ἐθνῶν συγγενείας καὶ κοινότητος, ἐτυμολογῶν».

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων, στο «Περὶ τῆς γνησίας προφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης», σχολιάζει σχετικώς: «...Τοσαῦτα ἄλλα τῆς Ἑλληνικῆς φωνῆς ὀνόματα, αἱ τῶν Εὐρωπαίων γλῶσσαι παραλαβοῦσαι, τὰ διέφθειραν εἰς τόσον βαθμόν, ὥστε τὰ ἔκαμαν παντάπασιν ἀγνώριστα... Ὅλα σχεδὸν τὰ κύρια ὀνόματα, κατὰ διαλέκτους ἐξερραχώθησαν καὶ κατεστρεβλώθησαν... Τὰ δὲ Ἑλλάδος γεωγραφικά, φρικτὰ τὰ πολλὰ καὶ ἀνωνόμαστα "ἡ Ζάκυνθος παρετραυλίσθη Zante, ἡ Ναύπακτος Lepando, ἡ Μονεμβασία Malvasia, ἡ Εὔριπος Negreponte, ἡ Χίος Scio, ἡ Λῆμνος Stalimene ἐκ τοῦ "εἰς τὰν Λῆμνον", καὶ τὰ ἄλλα σιωπῶ...».

Όμως, ως προς το Λεξιλόγιο, οι τόσο απίθανες αλλοιώσεις, οι οποίες συνοδεύονται συχνότατα και από μετάπτωση της αρχικής εννοίας τών λέξεων, φαντάζουν σχεδόν απίστευτες.

Ας πάρουμε το γαλλικό ρήμα travailler (=εργάζομαι) με πλήθος παραγώγων. Μέχρι τον 16ο αι. είχε την έννοια του υποφέρω, αφού πλάσθηκε από την λατινική λέξη tripalium [=το μαρτύριο των τριών πασσάλων: tres+palus, εκ του τρις+πάλος (=πάσσαλος)]. Να προσεχθεί εδώ πως η εργασία παρομοιάζεται με μαρτύριο και όχι με παραγωγή έργου, όπως στην ελληνική.

Στην ιταλική το travagliare εξακολουθεί να σημαίνει βασανίζω.

Στα ισπανικά trabajar =εργάζομαι, ενώ το αγγλικό travail σημαίνει τον μόχθο, αλλά και τους πόνους του τοκετού.

Από το μαρτύριο «tripalium» γεννήθηκε και η αγγλική λέξη travel (=ταξίδι), με την έννοια ότι ταξιδεύοντας καταπονούμαστε. Η αλήθεια είναι ότι τον 14ο αιώνα, όταν γεννήθηκε η λέξη travel, τα ταξίδια ήταν πράγματι μία επίπονη περιπέτεια. Άμαξες, άλογα, κίνδυνοι, σταθμοί, λιμάνια...

 

Και μιας και φτάσαμε στα λιμάνια, ας μιλήσουμε γι’ αυτά.

 

Το ρήμα πείρω σημαίνει διαπερνώ, μεταβαίνω στο απέναντι μέρος, περνώ θάλασσα, «κύματα πείρω» (Ιλ. Ω , 8 - Οδ. θ, 183). «Πέρατος» είναι ο έναντι κείμενος, εκεί που φθάνουμε. Αυτήν την λέξη δανείστηκαν οι Λατίνοι και έπλασαν το «portus», που αρχικά σήμαινε πέρασμα και κατόπιν λιμένας.

Εδώ να σημειωθεί πως το λιμάνι του Πειραιά, τον καιρό ακόμη που το αλίπεδο ήταν θάλασσα και ο Πειραιάς νησί, προφανώς πήρε το όνομά του από κάποιον περαιέα-περαματάρη («Τόν τε Πειραιᾶ νησιάζοντα πρότερον καὶ πέραν τῆς ἀκτῆς κείμενον, οὕτως φασὶν ὀνομασθῆναι», Στράβων, Γεωγραφικά Α΄, C. 59). «Ἥν πρότερον ὁ Πειραιεὺς νῆσος, ὅθεν καὶ τούνομα εἴληφε ἀπὸ τοῦ διαπερᾶν» (Λεξικό Σουίδα). «Πειραιὸς· οὕτως ἐκαλεῖτο ὁ λιμήν... ὕστερον δὲ Πειραιεύς» (Στέφανος Βυζάντιος).

Οπότε ο Πειραιάς δεν είναι μόνον ένα απλό λιμάνι, αλλά είναι το κατ’ εξοχήν, το πραγματικό

λιμάνι, που μέσα από την ετυμολογική του ρίζα χάρισε όνομα σε όλα τα λιμάνια τού κόσμου: (γαλ.) port, (ιταλ.) porto, (ισπαν.) puerto. Από το portus οι Λατίνοι έπλασαν το pοrtο (=κομίζω, φέρω, αρχικώς διά της θαλασσίας οδού) και την porta (=πύλη). Τοιουτοτρόπως παρήχθησαν οι λέξεις (γαλ.) porter, (ιταλ.) portare, (ισπαν.) portear. Η πόρτα (γαλ.) porte, (ιταλ.) porta, (ισπαν.) puerta, (αγγλ.) portal.

 

Της ίδιας οικογένειας και το SPORT (s-port = σπόρ) εκ του se+de+porter, με αρχική σημασία διασκεδάζω, «ξεδίνω», εκ-φέρομαι. Εκείνο το se είναι η δασυνόμενη προσωπική αντωνυμία, , με την δασεία να τρέπεται σε σ. Όσο για το de, πρόκειται για την πρόθεση διά.  

 

Παράβαλε και την έννοια του περαίνω, πέρας (τελειώνω, τέλος), όπου ο αντικειμενικός σκοπός είναι, περνώντας, να φθάσω κάπου, απέναντι. Ο ίδιος συνειρμός ενυπάρχει και στην αγγλική λέξη end (=τέλος) και στην γερμανική enden (=τελειώνω). Και οι δύο τύποι εκ του άντην (=πέρα). «Ἄντην ἔρχεσθαι».

 

Πραγματικά συναρπαστικό το ταξίδι τών λέξεων!


 

*Ο Χρήστος Βλαχογιάννης είναι Καθηγητής Μουσικής & Διευθυντής Χορωδιών. Παρατηρήσεις ή ερωτήσεις σας μπορείτε να στέλνετε στο vlaxojohnmes@gmail.com. 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια