Στα χνάρια του Βασίλη Αθανασούλη (Φ. 1970)
Του Κώστα Τζαναβάρα *
ΤΟ ΔΙΜΗΝΙΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΕ τον αθόρυβο πρωταγωνιστή του. Υπήρξε, αθόρυβα, ενεργό πρότυπο της κοινωνικής ζωής του χωριού μας. Σε ποικίλους τομείς και για μακρό διάστημα. Στις 17 Δεκεμβρίου, ανήμερα στα 99α γενέθλιά του, τον συνοδεύσαμε, με σεβασμό και εκτίμηση, στην τελευταία του κατοικία.
ΑΝΘΡΩΠΟΣ απλός και του μέτρου, αβίαστα τίμιος, και ταυτόχρονα σημαντικός επιχειρηματίας, δίδαξε παράλληλα ήθος και δυναμισμό.
ΜΕ ΕΤΙΜΗΣΕ με τη σταθερή και αυθόρμητη φιλία του. Από κάπου το 2011, όταν πιά είχε στεριώσει η άτακτη φυγή μου από τη νεοελληνική πραγματικότητα, είχαμε αμέτρητες συζητήσεις.
Μία βαθυστόχαστη κουβέντα του, διατυπωμένη με σοφή συντομία και επιδέξια εκφραστικότητα, έμελλε να συστεγάσει τους κοινούς μας προβληματισμούς: "Γενήκαμε παλιανθρώποι".
Δυό λέξεις και μόνον, έφθαναν.
Αν έλεγε "γίναμε παλιάνθρωποι", θα ήταν γραμματικά μεν ορθό αλλά πεζό. Η παραλλαγή εξέφραζε πολλά. Ποίημα μόλις δύο λέξεων.
ΣΤΙΣ ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ, όλα αυτά τα χρόνια, δεν ζήτησα ποτέ διευκρίνιση του λακωνικού αποφθέγματος. Οι διηγήσεις του ήταν και πειστικές και εύγλωττες. Εμπλουτίζονταν καθημερινά, άλλωστε, από την κοινωνική του παρουσία. Είχα, συνεπώς, επάλληλες και συγκλίνουσες ευκαιρίες να διακρίνω τί πραγματικά εννοούσε, όπως και σημαντικές λεπτομέρειες.
ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ: Αφ' ενός τα δύο γραμματικά λάθη δεν υπεδείκνυαν αγραμματοσύνη -κάθε άλλο. Υπεδείκνυαν τροφή για σκέψη, ανάγκη περισυλλογής. Υπογράμμιζαν το δράμα μας. Διέλυαν τις αυταπάτες μας. Εξέθεταν την ευθυνοαποφυγή μας.
Αφ' ετέρου, ο πρωτοπρόσωπος πληθυντικός, δεν συνιστούσε κάποια ομολογία. Ήταν, πολύ απλά, αβρότητα. Μία ακόμη έκφραση της φυσικής του ευγένειας. Η φυσική του ευγένεια, ακριβώς, ήταν που του υπέδειξε να μην εξαιρέσει τον εαυτό του από το σκληρό "παλιανθρώποι". Κι ας είχε, δικαίως, ήσυχη τη συνείδησή του.
ΥΠΗΡΞΕ ΔΕΙΝΟΣ ΚΑΒΓΑΤΖΗΣ, αλλά με μέτρο. Δεν έχανε ποτέ τον έλεγχο. Πρόσεχε πολύ καλά την άλλη πλευρά, επιχειρηματολογούσε παρά την ένταση, δεν χαρακτήριζε αυθαίρετα. Δεν βάφτιζε επιχείρημα τον χαρακτηρισμό. Δεν κόμπαζε για το κύρος του -το απεδείκνυε εμπράκτως.
ΠΑΝΕ ΧΡΟΝΙΑ από τότε που μου εξιστόρησε τα της δικαστικής εμπλοκής με γείτονά του που ήταν ήδη μακαρίτης. Ήταν στη ζωή του η μοναδική διένεξη που είχε συμμετοχή. Με κάθε ειλικρίνεια, λοιπόν, αναγνώρισε ό,τι του αναλογούσε, μαζί και ό,τι πιθανόν να μην πρόσεξε. Από εκεί και πέρα, υπήρχε η ήπια διαμαρτυρία αλλά και η μεγαλόφρων λείανση της διαφοράς. Η λύση, η υγιώς νοούμενη λήθη.
Ενδιαμέσως, σε μία μικρή παύση στη φορτισμένη διήγηση, μου είχε πει σταθερά και κατάματα: "'ξομολογιέμαι τώρα".
Την ίδια εποχή, μου είχε πει και για την παρεξήγηση με νεώτερό μας συγχωριανό. Ήταν περισσότερο θέμα τάξεως. Δίδαξε σιωπηρή επικράτηση του σωστού, με άκαμπτη υπομονή και επιμονή. Και, χωρίς να πολυκαμαρώνει για τον εαυτό του, καμάρωνε δικαίως για την αντρίκια αλλαγή στάσης του νεαρού συγχωριανού μας.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΕΩΣ ΓΝΩΣΤΟ ότι είχε μία σπάνια συνήθεια. Όταν τύχαινε να παρευρίσκεται σε καβγά που έφθανε "στα χέρια", δεν παρακολουθούσε αμέτοχος και αδιάφορος. Έμπαινε δυναμικά στη μέση.
Η παρέμβασή του είχε δύο διαστάσεις. Αφ' ενός ο φυσικός δυναμισμός του ήταν πειστικός έως αφοπλιστικός. Αφ' ετέρου ήταν σε θέση να πείσει, με δυό λόγια, είτε για το δίκιο είτε για την υπερβολή.
Κάπως έτσι, ουδέποτε υπήρξε άκαρπη η παρέμβασή του. Ουδείς ποτέ διανοήθηκε να τον κατακρίνει ή να τον αγνοήσει. Πόσο μάλλον να τον πλήξει -ούτε καν.
Κάτω απ' όλα, θεμέλιο, υπήρχε το κύρος του.
ΗΤΑΝ Η ΨΥΧΗ της οικογενειακής επιχείρησης οινοποιίας, χωρίς να το έχει καν υποψιασθεί -σοβαρολογώ και υπογράφω. Χρειάσθηκε να του απευθύνω καίριες διεισδυτικές ερωτήσεις, για να αρχίσει να το σκέπτεται. Αλλά δίσταζε και δυσπιστούσε, καθώς -φρονώ- δεν ήθελε να "ρίξει" τους δύο μακαρίτες μικρότερους αδελφούς του, ακόμη και σε ένα αφηρημένο ζήτημα.
Έλαμψε, όμως, το χαρακτηριστικά παιδικό χαμόγελό του, όταν τον πείραξα φιλικά: "Κι αν γινόταν κανένας καβγάς, θα έμπαινες στη μέση, όπως στο καφενείο -σωστά;"
ΣΤΗΝ ΙΣΧΥΡΗ ΑΦΟΙ Γ. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗ Ο.Ε. είχε το κουμάντο στον παραγωγικό τομέα. Από το χωράφι ως τη ζύγιση ήταν ο Τάκης. Από τη φόρτωση του μούστου ή του κρασιού μέχρι την είσπραξη ήταν ο Δημητράκης.
Μαζί και ο μεγαλύτερος Βασιλάκης, ήταν γνωστοί με τα υποκοριστικά τους. Η σύμπνοια των τριών αδελφών, που εμφανώς πήγαζε από την προσωπικότητα του πατέρα τους, ήταν το θεμέλιο της επιχείρησης.
ΩΣ ΕΡΓΟΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ο Βασίλης Αθανασούλης έκανε λίγα πράγματα "όπως κάνουν όλοι". Συνήθως αυτοσχεδίαζε λύσεις. Λύσεις απλές, πρωτότυπες, συμφέρουσες -το βασικό. "Εμπνεύσεις" τις αποκαλούσε.
Χαρακτηριστικά απροκατάληπτος στη σκέψη του, ήταν πάντα έτοιμος να πεισθεί από επιχειρήματα αλλά και να προχωρήσει σε αναπροσαρμογές.
Είδε -ενδεικτικά το αναφέρω- κάποτε σε άσχετο εργοστάσιο ένα μηχανισμό ανατροπής. Με συνοπτικές διαδικασίες παράγγειλε ένα μηχανισμό ανατροπής για ολόκληρο το γεμάτο σταφύλια φορτηγό. Αργότερα επινοήθηκε η ανατροπή μόνον της καρότσας.
ΣΑΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ είχαν θάρρος στις καινοτομίες, σε εποχή με σφικτές χρηματοδοτήσεις και σχετικά υψηλά επιτόκια. Άλλαξαν κάπου τρεις φορές το βασικό μηχανολογικό εξοπλισμό, χωρίς ποτέ να υπάρξει πρόβλημα οικονομικής συνέπειας. Δεν υπήρξε ποτέ ψεγάδι στην αξιοπιστία τους.
ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟΛΜΗΡΑ καθιέρωσαν υψηλές αμοιβές για τους βασικούς εργάτες τους. Τα πιό δυνατά παλικάρια του Διμηνιού, δούλευαν με τα χέρια αλλά και το μυαλό. Φιλότιμα και με άριστες σχέσεις. Έφταναν μέχρι και σε τριπλά μεροκάματα.
Δεν ήταν υποχώρηση. Ήταν επιχειρηματική επιλογή -συμφέρουσα, όπως απεδείχθη επί χρόνια.
ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟΛΜΗΡΟΣ ήταν ο καλός μου φίλος και στην πολιτική του σκέψη. Πολέμησε εθελοντής στον εμφύλιο, και γύρισε λοχίας παρασημοφορημένος επ' ανδραγαθία. Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδιζε να αναγνωρίσει αξίες στην αντίπαλη πλευρά.
Προ καιρού ήπιαμε καφέ στο σπίτι του, εν όψει του Πανηγυρικού της 28ης Οκτωβρίου στον Αη Γιώργη. Ήθελα την κουβέντα του, καθώς σκόπευα να θίξω δύσκολες πτυχές της Ιστορίας μας. Μεταξύ άλλων, έθιγα (βλέπε Φ.τ.Κ. φ.1960/30.10.2025) το θέμα με το "ΟΧΙ του Διμηνιού" και τον πρωταντάρτη που "πρωτοσωστομίλησε".
Σχετικά με τις υπάρχουσες σκέψεις για προτομή του Γιώργη Σ. Σώκου, γνωστότερου ως "Ζούρα", η αυθόρμητη γενναιόφρων κουβέντα του Βασίλη Αθανασούλη, ήταν "Το αξίζει" -μάρτυς μου ο Θεός.
Διμηνιό 22 Δεκεμβρίου 2025
*Κώστας Τζαναβάρας
σύμβουλος μηχανικός - συγγραφέας


Αφήστε ένα σχόλιο