Η Ελλάδα μπροστά στις εθνικές και διεθνείς προκλήσεις (Φ. 1954)
Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα *
Όλες οι χώρες του κόσμου αντιμετωπίζουν δύο ειδών προκλήσεις: Αφ’ ενός μεν να επιλύσουν τα προβλήματα που σχετίζονται με τα εθνικά τους θέματα και αφ’ ετέρου να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις, που εγγυώνται την διεθνή προβολή και αναγνώριση της χώρας ως μιας σημαντικής και αξιόπιστης δύναμης στον κόσμο. Και στις δύο αυτές προκλήσεις οι απαντήσεις που δίνει η σημερινή Ελλάδα είναι απογοητευτικές. Ας βάλουμε λοιπόν τον «δάκτυλον στον τύπον των ήλων» και ας δούμε, τί γίνεται στον τομέα των αντιτοίχων προβλημάτων. Θα αρχίσουμε πρώτα, όπως είναι φυσικό, από τα εθνικά μας θέματα. Όλοι γνωρίζουμε ότι το κατ’ εξοχήν εθνικό μας πρόβλημα είναι σήμερα η επιβίωσή μας ως έθνους. Η περιέλευσή μας σε αυτή την κατάσταση οφείλεται σε δύο παράγοντες: Αφ’ ενός μεν στην ατεκνία ή ολιγοτεκνία, που μαστίζει την Ελλάδα από το 1974 και εντεύθεν και αφ’ ετέρου στην ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση, η οποία έχει δημιουργήσει «πλημμυρικά» φαινόμενα στην χώρα από την αθρόα εισροή σε αυτήν εκατομμυρίων αλλογενών στοιχείων, στους κόλπους των οποίων κινδυνεύει να πνιγεί ο εναπομείνας και συνεχώς μειούμενος αυτόχθων ελληνικός πληθυσμός. Η Ελλάδα γερνάει και αργοπεθαίνει, αφού ο εθνικός «κορμός» δεν βγάζει νέα «κλαριά», ενώ οι νέοι άοπλοι κατακτητές της, που έχουν εγκατασταθεί σε αυτήν, ακολουθώντας τις εντολές του «προφήτη», στον οποίο πιστεύουν, υπηρετούν με συνέπεια την πολυτεκνία. Μια απλή επίσκεψη στην τύχη σε οποιαδήποτε μαιευτική κλινική των μεγάλων αστικών κέντρων θα μάς δώσει ανάγλυφη την εικόνα του προβλήματος Ο κίνδυνος εξαφάνισης του Ελληνικού Έθνους, για τον οποίο ομιλούμε εδώ, δεν είναι αυτοφυής. Είναι αποτέλεσμα της πολιτικής, που άσκησαν στην προαναφερθείσα περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις με ιδιαίτερη έμφαση στις κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας.
Αλλά γιατί πάμε τόσο μακρυά πίσω; Δεν βλέπουμε, τί γίνεται σήμερα; Οι «σειρήνες» του συναγερμού από την δραματική επιδείνωση του δημογραφικού μας προβλήματος χτυπούν ασταμάτητα, αλλά οι κυβερνώντες πάσχουν από βαρειά κώφωση, γι’ αυτό δεν ακούν τίποτε. Δεν εξηγείται αλλιώς, γιατί η Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη προετοιμάζεται πυρετωδώς για την παράσταση των εντυπώσεων που συνήθως δίνονται κάθε χρόνο στο πλαίσιο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, αντί να ασχοληθεί με την επίλυση του απελπιστικού δημογραφικού μας προβλήματος. Φαίνεται ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας είτε δεν διάβασε το πρόσφατο πρωτοσέλιδο της «Εστίας», που μάς ενημερώνει ότι πολλά σχολεία σε ευαίσθητες περιοχές της χώρας θα κλείσουν ελλείψει μαθητών, είτε υποτιμά την σημασία του θέματος θεωρώντας μείζονος σημασίας την ενασχόληση με την παροχολογία που συνηθίζεται στις σχετικές εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης. Κάποιος άλλος Πρωθυπουργός με εθνικές ευαισθησίες θα έκανε κάτι άλλο στην θέση του. Θα τα άφηνε όλα στην άκρη και θα έλεγε με σχετικό Διάγγελμά του προς τον Ελληνικό Λαό»: «Εφέτος δεν θα έχουμε ανακοίνωση παροχών. Θα εξαγγείλουμε μόνον ένα σχέδιο άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης του δημογραφικού μας προβλήματος. Πρέπει να σηκώσουμε όλοι τα μανίκια και να εργασθούμε συστηματικά και εντατικά, για να σωθεί πρώτα η Ελλάδα. Διότι, εάν χαθεί η Ελλάδα, δεν έχει κανένα νόημα να συζητούμε για την ευημερία των Ελλήνων, που δεν θα υπάρχουν πια». Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, των οποίων όλη την σοφή γραμματεία έχουμε πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων, έλεγαν: «Υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος». Για όλη αυτή την κατάσταση εμείς οι απλοί Έλληνες πολίτες δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών, αφού εμείς δώσαμε σε όλους αυτούς τους αχρείους πολιτικούς την εξουσία να μάς κυβερνήσουν. Για να επαληθευθεί το συνήθως λεγόμενο σε αυτές τις περιπτώσεις ότι «κάθε λαός έχει τους ηγεμόνες που τού αξίζουν».
Στα εθνικά θέματα ανήκουν και πολλά άλλα θέματα, που αποτελούν κυρίως αντικείμενο των Έλληνο-Τουρκικών διαφορών, οι οποίες εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων. Τα ζητήματα αυτά δεν τα αντιμετωπίζουμε με την δέουσα σοβαρότητα. Για αυτό η Τουρκία παίζει τα παιχνίδια της και περνάει τα δικά της μηνύματα. Είδαμε, τί συνέβη με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη σε μουσουλμανικά τεμένη. Βεβαίως αρχικά αντιδράσαμε σθεναρά στην σχετική βαρβαρότητα των Νέο-Οθωμανών. Στην συνέχεια όμως χαλαρώσαμε και αφήσαμε το πράγμα να «κυλήσει» από μόνο του στην αυλή των αρμοδίων φορέων του Ο.Η.Ε., για να δώσουν αυτοί την αρμόζουσα λύση, την οποία, δυστυχώς, ακόμη περιμένουμε. Και είναι αμφίβολο, αν θα την δούμε ποτέ να έρχεται. Εάν ήσαν οι Τούρκοι στην θέση μας, δεν θα μάς άφηναν σε «χλωρό κλαρί» μέχρι να αφυπνισθούν οι «μεγάλοι» προ του ανοσιουργήματος της Αγίας Σοφίας και να αποκαταστήσουν την διασαλευθείσα πολιτισμική τάξη, στην οποία δεν χωρούν σήμερα οθωμανικές βαρβαρότητες. Αυτά που συζητούμε συνεχώς εμείς εδώ, ότι δηλ. η οθωμανική βαρβαρότητα είναι ασύμβατη με την εποχή μας και τις Διεθνείς Συμβάσεις που την διέπουν, τους τα είπε προσφάτως και δικός τους Καθηγητής, ο οποίος ετόνισε (επικρίνοντας την πολιτική Ερντογάν στην Αγία Σοφία) ότι στον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό δεν χωρούν οι πολιτισμικές αξίες τη Άλωσης του 1453.
Ανάλογη είναι η αντίδρασή μας και στο άλλο μέγιστο εθνικό μας ζήτημα, το Κυπριακό. Μόλις έγινε η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, φωνάξαμε, απειλήσαμε, καταφέραμε να πάρουμε πολλά ομόφωνα Ψηφίσματα του Ο.Η.Ε., που καταδικάζουν την τουρκική εισβολή και ζητούν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής από την μεγαλόνησο, αλλά πάλι ως εκεί. Μετά ξαναπέφτουμε σε λήθαργο, για να αφυπνισθούμε από αυτόν στην επομένη επέτειο της εισβολής του Αττίλα και να επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα ίδια! Με αυτά και με αυτά συμπληρώθηκαν εφέτος 50 χρόνια παράνομης στρατιωτικής κατοχής της Κύπρου από την Τουρκία, η οποία εκμεταλλεύεται το διαμορφούμενο ευνοϊκό για αυτήν διεθνές κλίμα και ετοιμάζεται να εξαγγείλει εν ευθέτω χρόνω την διχοτόμηση της νήσου σε δύο κράτη. Την εξέλιξη αυτή των πραγμάτων θα την απέτρεπε το άλλο μίγμα πολιτικής, που δεν ακολουθήσαμε, δυστυχώς, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ζητούμε συνεχώς και μετ’ επιτάσεως την άμεση εφαρμογή των σχετικών Ψηφισμάτων του Ο.Η.Ε. για την Κύπρο, αλλά και την δραστικότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απελευθέρωση της νήσου από τα στρατεύματα της τουρκικής κατοχής. Όλα αυτά τα λάθη και οι παραλείψεις μας στην διεθνή πολιτική έχουν φέρει την Ελλάδα σε δυσμενέστερη θέση έναντι της Τουρκίας, η οποία είναι ο βασικότερος αντίπαλός μας στην «σκακιέρα» της Μεσογείου και αλωνίζει στις θάλασσες, τις ζώνες των οποίων κόβει και μοιράζει κατά το δοκούν σαν νέος Οθωμανός αφέντης, που δεν αναγνωρίζει τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου για το δίκαιο της θάλασσας. Πού θα βγούμε τελικά με αυτή την απαράδεκτη πολιτική που ασκούμε;
* Αλεξάνδρος Π. Κωστάρας
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης
Αφήστε ένα σχόλιο