Header Ads

Οι περιβαλλοντικοί φόροι στην Ελλάδα: Υψηλά έσοδα, χαμηλές επενδύσεις (Φ. 1954)

 

 

 
Βλάσης Οικονόμου*

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά περιβαλλοντικών φόρων ως προς το ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, περίπου το 3,5%–4% του ελληνικού ΑΕΠ προέρχεται από τέτοιους φόρους, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ κυμαίνεται γύρω στο 2%. Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική, καθώς οι φόροι στην ενέργεια, στα καύσιμα και στις μεταφορές μπορούν να λειτουργήσουν ως αντικίνητρο για πρακτικές που επιβαρύνουν το περιβάλλον. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ φορολογικών εσόδων και πραγματικών επενδύσεων στην πράσινη μετάβαση παραμένει αδύναμη.

Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των περιβαλλοντικών φόρων προέρχεται από την ενέργεια – κυρίως τα καύσιμα κίνησης και θέρμανσης. Σημαντικά έσοδα αντλούνται επίσης από τα τέλη κυκλοφορίας και τα τέλη ταξινόμησης οχημάτων. Παρόλα αυτά, τα χρήματα αυτά δεν κατευθύνονται σε ειδικούς "πράσινους" λογαριασμούς. Μπαίνουν στον κρατικό προϋπολογισμό και χρησιμοποιούνται για γενικούς δημοσιονομικούς σκοπούς, όπως η κάλυψη ελλειμμάτων ή άλλες κοινωνικές δαπάνες. Μόνο μικρό ποσοστό διοχετεύεται άμεσα σε περιβαλλοντικά έργα, όπως προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας ή δράσεις ανανεώσιμων πηγών.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντίφαση: ενώ οι πολίτες πληρώνουν υψηλούς περιβαλλοντικούς φόρους, οι δημόσιες δαπάνες για την προστασία του περιβάλλοντος παραμένουν περιορισμένες. Σύμφωνα με τα ίδια ευρωπαϊκά δεδομένα, οι σχετικές επενδύσεις στην Ελλάδα βρίσκονται κάτω από το 1% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι περισσότερες πράσινες δράσεις, είτε αφορούν ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων είτε έργα διαχείρισης αποβλήτων, χρηματοδοτούνται κυρίως από κοινοτικά ταμεία.

Η σύγκριση με άλλες χώρες είναι αποκαλυπτική. Στη Δανία και τη Σουηδία, για παράδειγμα, ένα σημαντικό μέρος των εσόδων από περιβαλλοντικούς φόρους επανεπενδύεται άμεσα στην πράσινη μετάβαση. Ειδικά στη Σουηδία, ο φόρος άνθρακα που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του 1990 συνοδεύτηκε από στοχευμένες επιδοτήσεις στις ανανεώσιμες πηγές και στα δημόσια μέσα μεταφοράς. Έτσι, οι φόροι έγιναν αποδεκτοί κοινωνικά, καθώς οι πολίτες έβλεπαν τα οφέλη σε καθαρότερη ενέργεια και βελτίωση των υποδομών.

Αντίθετα, στην Ελλάδα οι υψηλές τιμές στα καύσιμα συχνά γίνονται αντιληπτές απλώς ως ένα ακόμα φορολογικό βάρος, χωρίς ορατό περιβαλλοντικό αντάλλαγμα. Η απουσία ενός μηχανισμού που να συνδέει άμεσα τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους με τις πράσινες δαπάνες ενισχύει τη δυσπιστία των πολιτών και μειώνει την αποδοχή τέτοιων πολιτικών.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η λεγόμενη "φορολογική ανακύκλωση" (revenue recycling) μπορεί να κάνει τη διαφορά. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, μέρος των εσόδων από το νέο εθνικό σύστημα εμπορίας εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα χρησιμοποιείται για να μειώσει τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά, ενισχύοντας την κοινωνική δικαιοσύνη. Στη Γαλλία, αντίστοιχα, τα έσοδα από πράσινους φόρους στηρίζουν επιδοτήσεις για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και ενεργειακή αποδοτικότητα.

Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι τόσο η αύξηση των περιβαλλοντικών φόρων – ήδη βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα – αλλά η πιο στοχευμένη αξιοποίησή τους. Η δημιουργία ενός ειδικού ταμείου που θα συγκεντρώνει μέρος αυτών των εσόδων και θα τα κατευθύνει αποκλειστικά σε επενδύσεις για καθαρές μεταφορές, ανακαινίσεις κτιρίων και προστασία φυσικού περιβάλλοντος θα μπορούσε να αποτελέσει καθοριστική αλλαγή. Έτσι, οι πολίτες θα έβλεπαν έμπρακτα ότι τα χρήματά τους συμβάλλουν στην πράσινη ανάπτυξη και όχι απλώς στη γενική φορολογική επιβάρυνση.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη συγκυρία: από τη μία πλευρά, η πράσινη μετάβαση είναι αναπόφευκτη, από την άλλη οι κοινωνικές ανισότητες εντείνονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η ισορροπία μπορεί να βρεθεί μόνο αν οι περιβαλλοντικοί φόροι πάψουν να είναι μια άτυπη "πρόσθετη φορολογία" και μετατραπούν σε εργαλείο πραγματικής χρηματοδότησης της κλιματικής πολιτικής.

 

*Ο Βλάσης Οικονόμου είναι Οικονομολόγος και Δ/νων Σύμβουλος στο Ινστιτούτο για την Ευρωπαϊκή Ενεργειακή και Κλιματική Πολιτική (www.ieecp.org)

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια