Header Ads

Ελληνοτουρκική Κρίση 4 - Καλαμάτα (Φ. 1844)

  

23 Μαρτίου: Απελευθέρωση της Καλαμάτας

 

 

Η απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Βοεβόδας και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

«Τη 23 εξεστράτευσεν ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, ουχί πολιτικός ήδη, αλλά στρατιωτικός ηγεμών, και εις Καλάμας, πρώτην της Μεσσηνίας πόλιν, εισήλθεν άγων δισχιλίους ενόπλους. Ηνούντο δε μετ’ αυτού άπασαι της Λακωνίας αι στρατιωτικαί επισημότητες, οι Τρουπάκαι (και μετά τούτων ο Κολοκοτρώνης), οι Καπετανάκαι, Χρηστέαι, Κουμουνδουράκαι, Κυβέλλοι, και μετ’ αυτών υποδεέστεροι πολλοί άλλοι. Αμέσως δε έδραμον προς τούτον, εις μέσον ιόντες και φανεροί ήδη επαναστάται, ο Αναγνωσταράς, Δικαίος, Νικήτας και Κεφάλας, ίνα συσκεφθώσι περί του πολεμικού σχεδίου και οδηγηθώσι περί της γραμμής, ην έκαστος έμελλεν ακολουθήσαι.

Μετά την ενθουσιώδη όλως και παρά πάντων ευλογουμένην είσοδον του Μαυρομιχάλου, ετελέσθη τη επιούση παρά τον έξω της πόλεως μικρόν ποταμόν, τον ρέοντα διά των συνόρων της Λακωνίας και Μεσσηνίας, δοξολογία κοινή προς τον Υψιστον και δέησις η περιπαθεστέρα διά την σωτηρίαν της πατρίδος. Εκεί ιερείς και ιερομόναχοι, την ιεράν περιβεβλημένοι στολήν, έφερον τας εικόνας των Αγίων, δι’ αυτών δε ηυλογήθησαν αι σημαίαι, και οιονεί ωρκίσθησαν πάντες, ο μεν Μαυρομιχάλης, ίνα “αμύνη την πατρίδα και μόνος και μετά πάντων, και ιερά τα πάτρια τιμήση”· οι δε στρατιώται, ίνα “μη καταισχύνωσι τα όπλα τα ιερά, ούτε εγκαταλείψωσι τον παραστάτην, όσω αν στοιχήσωσι”. Ενδόμυχος αγαλλίασις, ην εμπνέει τοις δούλοις η ώρα της ελευθερίας, ανέλαμπεν επί του προσώπου όλων πάσης τάξεως, ηλικίας και γένους· η δε δόξα του Μαυρομιχάλου, αρχιστρατήγου κηρυχθέντος των λακωνικών όπλων, ήτο ήδη η αληθής δόξα του δυνατού, εφ’ ου εστηρίζονται μεγάλαι ελπίδες».
Πηγή:  Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά Ιωάννου Φιλήμονος, τόμ. Γ΄, Αθήναι, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1860, σσ. 25-26., Στρατιωτική ιστορία

 

Η απεύθέρωση της Καλαμάτας την 23 Μαρτίου 1821 από το Οθωμανικό ζυγό

 

«Την δε 23 Μαρτίου ιδών ο Βοεβόδας την πληθύν των συναθροισθέντων εν Καλαμάτα οπλοφόρων, και απελπισθείς, διέταξε τον Μπελούκ μπασίν του (Πολιτάρχην της διοικήσεώς του) Κοκκίνην το επίθετον (ένα όντα των εν Τριπολιτζά εσκιάδων, αυθαιρέτων κακοποιών), όστις απελθών εις το κατάστημα, όπου ήσαν συνηγμένοι οι αρχηγοί των οπλοφόρων Ελλήνων, ο Π. Μαυρομιχάλης, και λοιποί, έδωκαν εις αυτούς τον χαιρετισμόν κατά τον συνήθη Οθωμανικόν αγέρωχον τρόπον· καθήσας δε εις εν απλούν σκαμνίον, πλησίον του Νικηταρά, και αποτανθείς προς τον Π. Μαυρομιχάλην και λοιπούς, είπεν ως παρά του Βοεβόδα αποσταλείς· «ο αγάς σάς χαιρετά, και ερωτά να τον ειπήτε, τι πράγματα είναι αυτούνα οπού κάνετε, και τι κλεφτοδουλιαίς, όπου μ’ αυταίς θα χάσετε τον ραγιά του Βασιλιά, και στην αφεντιά σας ετούτα τα πράγματα δεν θα εύγουν σε καλό»· ο Νικηταράς ακούσας τους λόγους αυτούς (ταραχθέντος του εγκεφάλου του), άρχησεν ευθύς να ετοιμάζη το οποίον εφόρει εις την ζώνην του πιστόλι, διά να το ανάψη καθήμενος κατά του απεσταλμένου Μπελούκμπαση, να τον φονεύση· αλλ’ ο Θ. Κολοκοτρώνης, εννοήσας την προετοιμασίαν του Νικηταρά, και θεωρήσας ως άτοπον την πράξιν αυτού, κατ’ εκείνην την στιγμήν προλαβών με ορμήν, είπεν εις τον Οθωμανόν· «Μπελούκμπαση! έλα εδώ κοντά μας να ακούσωμεν τι λέγεις»· και ευθύς με τον λόγον αυτόν τω ητοίμασεν εν απλούν θρανίον, όπου ο Οθωμανός εγερθείς, εκάθησε πλησίον του Θ. Κολοκοτρώνη· ο δε Π. Μαυρομιχάλης λαβών πρώτος τον λόγον είπε προς τον Οθωμανόν. “Ακούσαμεν όσα μας είπες εκ μέρους του Αγά σου, και όσα βλέπετε δεν είναι κλεφτοδουλιαίς, είναι πράγματα στερεά, και δεν είναι μονάχα εδικά μας, είναι του Θεού, και των βασιλέων· διότι οι Ελληνες έως τώρα υπέφεραν τας τυραννίας και τα βασανιστήριά σας τόσα χρόνια· διά τούτο ημείς δεν είμαστε ωσάν εσάς τύραννοι και διώκται της ανθρωπότητος, και μήτε θέλει καταδεχθώμεν να σας πειράξωμεν εις το παραμικρόν· αλλά και εσείς να μένετε εις τα οσπήτιά σας και εις το πράγμα σας ανενόχλητοι, και θα δίνετε δύω φλουριά η κάθε φαμήλεια (οικογένεια) τον χρόνον, και κρύος αέρας να μη σας βαρή”.

Εγερθείς δε και ο Αναγνωσταράς, και στας εν τω μέσω πάντων, είπε· «Μπελούκμπαση! κανένα βοηθόν δεν έχομε, ’πε του Αγά σου, και μήτε μας χρειάζεται από κανένα μέρος βοήθεια· το δίκαιόν μας θα το πάρωμεν με το χέρι μας, διότι εσείς δεν μας αφήσατε τόσα χρόνια μήτε σκούφιαν εις το κεφάλι μας· εις το εξής δεν σας υποφέρωμεν μήτε σας χωνεύωμεν πλέον, και ό,τι σας περάσει μην το αφήσετε πίσω· πήγαινε εις τον Αγά σου, και πες του αυτά οπού σου είπαμε, και θέλομεν σε τρεις ώραις να μας παραδώσετε τ’ άρματά σας, διότι αν παρακούσετε, θα σας περάσωμεν όλους από το σπαθί, και το κρίμα ας ήναι εδικόν σας»· είτα εγερθέντες άπαντες είπον προς τον Οθωμανόν ως εξ ενός στόματος· «άκουσε καλά αυτά οπού σου είπαμε, διά να μη μας βιάσετε και σας περάσωμεν όλους εν στόματι μαχαίρας».

Ο Οθωμανός Μπελούκμπασης ακούσας ταύτα πάντα, ανεχώρησε έντρομος με πρόσωπον καθηλλοιωμένον, διαπορούμενος εις την τοιαύτην ταχείαν και ανέλπιστον μεταβολήν των Ελλήνων, χθες όντων υπηκόων, και εν ακαρεί παρουσιαζομένων αυτονόμων ανωτέρων, κτλ· παρουσιασθείς δε ενώπιον του Βοεβόδα ανήγγειλεν όσα παρά των Ελλήνων ήκουσε· τόσο δε ο Βοεβόδας, καθώς και οι λοιποί Οθωμανοί οι παρευρεθέντες εις το αυτό κατάστημα, έμειναν άπαντες ως νεκροί επί τη ταχεία αυτή μεταβολή των Ελλήνων γενομένων εντός μιας στιγμής αυτονόμων, υπερυψωθέντων ανθ’ υπηκόων τεταπεινωμένων και τεθλιμένων· σκεφθέντες δε πολυειδώς και πολυτρόπως, αφ’ ου είδον ότι όσα και αν ήθελον φαντασθή ήσαν μάλλον μάταια, τελευταίον κλίναντες τον αυχένα, μετά τρεις ώρας εμήνυσαν εις τους Ελληνας ότι παραδίδονται εις την τιμήν των, εις το αϊνί (λατρείαν των), και εις την παληκαριάν των».
 
Πηγή:  Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, αρχομένη από του έτους 1715, και λήγουσα το 1835, συγγραφείσα παρά Αμβροσίου Φραντζή, Πρωτοσυγκέλλου της πρώην Χριστιανουπόλεως επαρχίας (Αρκαδίας), τόμ. Α΄, Εν Αθήναις, Εκ της Τυπογραφίας η Βιτωρία του Κωνστ. Καστόρχη και Συντροφίας, 1839, σσ. 332-335., Στρατιωτική ιστορία.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια