Header Ads

Η μαγεία της ετυμολογίας /Φ.1799

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

«Ετυμολογικές προσεγγίσεις»
Γνωστά και καθημερινά - 11

Γράφει ο Χρήστος Βλαχογιάννης 
Καθηγητής Μουσικής



Από σήμερα και στο εξής, η στήλη επανέρχεται στους ρυθμούς με τους οποίους ξεκίνησε, σχεδόν 2 ½ χρόνια πριν, με ετυμολογήσεις λέξεων γενικού ενδιαφέροντος. Είχα προλάβει να γράψω μόλις 10 άρθρα, όταν και ενέσκηψε ο ιός και τα σχέδιά μου προσαρμόστηκαν πάνω του. Ενδέκατο, λοιπόν, σήμερα «και πάλι από την αρχή», κατά το άσμα του Μούτση.

Ήθελα καιρό να γράψω για τους παντός είδους βλάκες, που μας περιτριγυρίζουν, είτε αυτοί είναι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, τοπικοί παράγοντες, καθηγητάδες, τηλεπερσόνες (κυρίως), ξερόλες της καθημερινότητος και λοιποί…

Για την λέξη βλαξ και τις εξ αυτής παράγωγες έχω γράψει στο φύλλο 1792/20-5-2022 και δεν θα επανέλθω. Θα παραθέσω μόνο την κεντρική έννοια που τον χαρακτηρίζει, ως αυτού που είναι μονίμως κουρασμένος και που δεν μπορεί να παραγάγει σκέψη, του νωθρού. Αλλά κι όταν τύχει να παραγάγει, αυτή συνήθως δεν έχει ειρμό, λογική ακολουθία, συγχρονισμό με το …υπάρχον μυαλό. Αυτόν τον λέμε φαφλατά, μπούφο και το παραγόμενο προϊόν, λήρο ή παραλήρημα (πιο διαδεδομένο), μπούρδα. Για την τελευταία λέξη έχει επίσης γίνει εκτενής αναφορά στο φύλλο 1696/23-5-2020 και δεν θα επεκταθώ. Θα μείνω όμως στην λέξη λήρος (παραλήρημα), που σημαίνει ανόητη ομιλία και παραληρώ =μωρά λαλώ. Η λέξη είναι ηχομιμητική και προέρχεται από την λάλη ή λαλιά, που περιγράφει ουσιαστικώς τον ήχο που εκβάλλεται, όταν προφέρεις το γράμμα λά-βδα ή λά-μβδα ή λά-μδα, την λα-λιά ή λά-λη. Το εν λόγω γράμμα είναι ένα από τα πρώτα που μπορεί να προφέρει ένα νήπιο, μετά τα μα, πα, ντα. Η ρίζα λα-, επαναλαμβανόμενη, μας βγάζει πολλές φορές από δύσκολη θέση, όταν δεν ξέρουμε τους στίχους ενός τραγουδιού και λέμε λαλαλά, τραλαλαλά. Λά-ρος είναι ο …γλάρος, με λ>ρ και λή-ρος, με α>η, η ακατάσχετη και ακατάληπτη (επί ανθρώπων) πολυλογία, το ελληνοποιημένο ντελίριο των Λατίνων (του ρήματος deliro =παραληρώ). Οι Γάλλοι το είπαν délire, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί delirio, οι Άγγλοι delirium και οι Γερμανοί Delirium.

Ο φαφλατάς προέρχεται εκ της ρίζας φα-, φη-, που δημιούργησε τα συγγενή ρήματα φάσκω και φημί, με την ίδια σημασία και είναι αυτός που επαναλαμβάνει την ρίζα φα-φα-λατάς >φαφλατάς, άρα ο πολυλογάς.

Όσο για την λέξη μπούφος θα διακινδυνεύσω μια δική μου ετυμολόγηση εκ του αρχαιοελληνικού ονόματος του νυκτόβιου πτηνού, βύας (μπούφος), έχοντας υπ’ όψιν μου το Κερκυραϊκό επίθετο, Μπούας, που προκύπτει από την προφορά του βύας με λατινικούς χαρακτήρες. Βύας >buas, που θα πει βλάκας. Μπούας βεβαίως λεγόταν ο αγαπημένος μου μαέστρος, που μόνο βλάκας δεν ήταν. Κατά την γνώμη μου, η λανθασμένη άποψη πως το πουλί μπούφος είναι χαζό έχει προκύψει από τον τρόπο που σε κυττάζει ακίνητο κατά πρόσωπο, περιμένοντας τις αντιδράσεις σου. Αν σου επιτεθεί, καλό είναι να φύγεις τρέχοντας, διότι θα το κάνει με τα νύχια των ποδιών του και θα χτυπήσει κατ’ ευθείαν στα μάτια και το πρόσωπο. Άρα, δεν μιλάμε για ένα χαζό πουλί, αλλά για ένα άκρως επικίνδυνο και εντελώς άφοβο αρπακτικό.

Και μιας και τελειώνουν (επιτέλους) και οι πολυθρύλητες Μέλισσες είπα να τις ετυμολογήσω κι αυτές και να κλείσω μαζί τους. Η μέλισσα, λοιπόν, προέρχεται εκ της μεληδόνος (μεληδών ή μέλημα =φροντίδα), του ρήματος μέλομαι (βλέπε το σύνθετο επιμελούμαι), υπό την έννοια πως η εργάτρια μέλεται για την δημιουργία του. Οι Λατίνοι είπαν το μέλι mel-mellis, οι Γάλλοι και οι Ισπανοί miel, οι Ιταλοί miele, οι Άγγλοι honey και οι Γερμανοί Honig. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι δύο τελευταίοι ετυμολογούνται εκ του χύμα, χεύμα (το εκχεόμενο ρευστό). Η απόδοση όμως της μέλισσας στις ξένες γλώσσες έχει άλλη ρίζα κι αυτή είναι η λέξη εμπίς (= είδος οίστρου, ενοχλητικού δηλαδή εντόμου για τα ζώα, κουνούπι). Οι Λατίνοι την είπαν apis, οι Γάλλοι abeille, οι Ιταλοί ape, οι Ισπανοί abeja, οι Άγγλοι bee και οι Γερμανοί Biene.


* Ο κ. Βλαχογιάννης Χρήστος είναι Καθηγητής Μουσικής στο 1ο Γυμνάσιο Μεσολογγίου και Δ/ντης Χορωδίας

Δεν υπάρχουν σχόλια